Πρόκειται ουσιαστικά για εκείνη την αρνητική στάση που συστηματικά προβάλει ένα άτομο απέναντι σε κάθε είδους μακροχρόνιας σχέσης.

Η διαδικασία δημιουργίας σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων συνιστά για τους περισσότερους μια γνώριμη και εν πολλοίς καθημερινή κατάσταση. Παρ’ όλ’ αυτά, υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων που δεν αντιμετωπίζει τη διαδικασία αυτή με την ίδια ευκολία, ενώ η διαμόρφωση σχέσεων με έντονους συναισθηματικούς δεσμούς προκαλεί στους ανθρώποaυς αυτούς stress, σωρεία ανεπιθύμητων και δυσάρεστων συναισθημάτων, άγχος και συχνά νευρικότητα. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, γίνεται λόγος για τη φοβία ή το άγχος της δέσμευσης. Πριν γίνει αναφορά σε οτιδήποτε άλλον, είναι χρήσιμο να σημειωθεί εδώ ότι, αν και συχνά αναφέρεται το αντίθετο, η φοβία της δέσμευσης εντοπίζεται στους πληθυσμούς και των δύο φύλων και όχι φυσικά κατά αποκλειστικότητα στους άνδρες.

Αναφορικά με τη φοβία καθεαυτήν, πρόκειται ουσιαστικά για εκείνη την αρνητική στάση που συστηματικά προβάλει ένα άτομο απέναντι σε κάθε είδους μακροχρόνιας σχέσης, με τη στάση αυτή να γίνεται περισσότερο αντιληπτή βέβαια στις περιπτώσεις των ερωτικών σχέσεων, όπως για παράδειγμα είναι η άρνηση για την πραγματοποίηση γάμου. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει ταυτόχρονα και το παρακάτω οξύμωρο: το άτομο που εκδηλώνει την προαναφερθείσα αρνητική – επιφυλακτική στάση απέναντι στη δέσμευση, είναι το ίδιο άτομο που στην πραγματικότητα την ποθεί πολλές φορές. Δηλαδή ο άνθρωπος αυτός, κατά βάθος, επιθυμεί να ενταχθεί σε μια τέτοια σχέση στενού και συναισθηματικού δεσμού.

Όπως όλοι οι άνθρωποι, έτσι και εκείνοι που εκδηλώνουν φοβία προς τη δέσμευση, προσδοκούν και αναζητούν τις στενές σχέσεις με τον τρόπο τους και την αγάπη που αναπτύσσεται στην ατμόσφαιρα μιας τέτοιας συναναστροφής. Ωστόσο τα πράγματα διαφοροποιούνται, καθώς παρουσιάζουν δυσκολία στο να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο πλαίσιο αυτό και να συνδεθούν επί της ουσίας και όχι επιφανειακά. Τα συναισθήματα που αναπτύσσονται σε μια μακροχρόνια σχέση καταλήγουν να δημιουργούν αμηχανία και άγχος στους ανθρώπους αυτούς, με αποτέλεσμα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα να επιχειρούν τον «απεγκλωβισμό» τους από τη σχέση αυτή.

Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να αναφέρουμε, ότι η βαθμιαία εμφάνιση του άγχους δύναται να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε χρονικό στάδιο μιας σχέσης, δηλαδή από την πρώτη φάση της γνωριμίας μέχρι και αρκετούς μήνες αργότερα. Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, το παραπάνω σημαίνει ότι δεν είναι όλες οι περιπτώσεις πανομοιότυπες, διότι ορισμένα άτομα ξεκινούν να απομακρύνονται από τη σχέση πριν ακόμα μπουν σε αυτήν, ενώ άλλα άτομα μπορούν και παραμένουν για ικανοποιητικό χρονικό διάστημα στο πλαίσιο της σχέσης πριν ξεκινήσουν να απομακρύνονται.

Μπαίνοντας σε πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του παρόντος φαινομένου, θα έλεγε κανείς ότι γενικότερα προσδιορίζεται στο ότι τα άτομα εκδηλώνουν άγχος και φοβία για τον πρόωρο και αναπάντεχο τερματισμό της σχέσης, για την υποψία ότι ίσως δεν είναι η σχέση που «πρέπει», για μελλοντικές συμπεριφορές που μπορεί να τα πληγώσουν, εξαιτίας παλαιότερων τοξικών σχέσεων, εξαιτίας οικογενειακών εμπειριών από την παιδική ηλικία που έχουν δημιουργήσει τραύματα και, τέλος εξαιτίας κάποιων εξαρτήσεων που δεν έχουν διαχειριστεί λειτουργικά.

Πιο αναλυτικά, τα άτομα που χαρακτηρίζονται από φοβία ή άγχος δέσμευσης συνήθως έχουν ορισμένα βιώματα από την παιδική ηλικία, τα οποία συνδέονται οργανικά με την εκδήλωση της φοβίας αυτής. Δηλαδή, η μη υγιής σχέση με τους γονείς και η έντονη «δεσμευτική» παρουσία τους δημιούργησαν μια ανάγκη αποδέσμευσης και απεγκλωβισμού, με αποτέλεσμα το άτομο να φοβάται ότι, αν δεσμευτεί, θα βιώσει μια παρόμοια κατάσταση. Επίσης, εξαιρετικά σημαντική είναι και η σχέση μεταξύ των ίδιων των γονέων κατά την παιδική ηλικία του ατόμου, καθώς η εμπειρία μιας τοξικής συζυγικής σχέσης και ενός άσχημου διαζυγίου ανάμεσά τους, αφήνει συχνά τραύματα και εντείνει ακόμα περισσότερο την προσπάθεια αποφυγής ενός στενού δεσμού, υπό το φόβο της μελλοντική αποτυχίας και άρα μιας λανθασμένης απόφασης.

Μια ακόμα σκέψη που ταλανίζει τα άτομα με φοβία δέσμευσης, είναι ότι στην περίπτωση που συνάψουν μια σχέση και δεσμευτούν σε εκείνη, υπάρχει πιθανότητα να ‘χάσουν’ μια καλύτερη επιλογή που θα τους παρουσιαστεί. Έτσι, αποφεύγουν να δεσμευτούν, υπό την υποτιθέμενη ελευθερία των επιλογών και τελικά γίνονται συχνά δέσμιοι ενός φαύλου κύκλου που δεν τους επιτρέπει να συνάψουν ουσιαστικές σχέσεις και να συνδεθούν σε βάθος με τους άλλους ανθρώπους. Μεταξύ των παραπάνω, υπάρχει μια μερίδα ανθρώπων, οι οποίοι αποφεύγουν συστηματικά να δεσμευτούν, διότι θέτουν σε πρώτη προτεραιότητα την καριέρα τους και την προσωπικό τους χρόνο. Συχνά η μερίδα των ανθρώπων αυτών, εκλαμβάνουν τη σχέση ως πλαίσιο που δεν τους επιτρέπει την προσωπική εξέλιξη και επαγγελματική πρόοδο, με αποτέλεσμα να την αποφεύγουν συνειδητά.

Έχει σημειωθεί, ότι συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις τα άτομα με φοβία δέσμευσης να αναζητούν διαρκώς την επιβεβαίωση μέσα από την εναλλαγή συντρόφων και μέσα στις σχέσεις τους να αναπτύσσουν οι ίδιοι τελικά συμπεριφορές (π.χ. απιστία), με σκοπό να αποδείξουν στον εαυτό τους ότι δεν βρίσκονται «φυλακισμένοι».

Με δεδομένα τα όσα υπογραμμίσαμε παραπάνω, είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψιν μας ότι, στην περίπτωση που ο σύντροφός μας δυσκολεύεται να δεσμευτεί, χρειάζεται να αντιμετωπίζουμε με κατανόηση την οποιαδήποτε πηγή φοβίας ή την ανάγκη που προκύπτει από εκείνη. Στις περιπτώσεις αυτές η πίεση προς μια απόφαση λειτουργεί προς το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό και προκαλεί περισσότερη αμηχανία στο άτομο. Συνεπώς, είναι σημαντικό να προσφέρουμε χώρο και χρόνο στον σύντροφό μας, κάτι που χρειάζεται σε κάθε υγιή σχέση ανεξάρτητα από τη φοβία δέσμευσης που μπορεί να δυσκολεύει ένα άτομο.

Ένα άτομο που βιώνει φοβία δέσμευσης δεν είναι καταδικασμένο να ζει σε όλη τη ζωή του έτσι. Μολονότι οι διαβάθμιση ποικίλει από περίπτωση σε περίπτωση, με το χρόνο ένας τέτοιος τρόπος ζωή που συνηθίζεται, εντείνεται έτι περισσότερο και τα άτομα, ακόμα και όταν έχουν τη διάθεση να δουλέψουν πάνω σε αυτό το κομμάτι, δυσκολεύονται πολύ. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ένας ειδικός συμβουλευτικής μέσα από μια ψυχοθεραπευτική προσέγγιση μπορεί να μας βοηθήσει να «ξεκλειδώσουμε» ορισμένα βιώματα της παιδικής μας ηλικίας, να τα αντιμετωπίσουμε με ειλικρίνεια και θάρρος και να διαχειριστούμε το παρόν μας λειτουργικά μέσα από όλο το φάσμα συναισθημάτων που προκύπτουν, κατανοώντας ότι μια σχέση χρειάζεται κατανόηση, σεβασμό, φροντίδα και προσοχή.

Η φοβία και το άγχος δέσμευσης μπορούν να αντιμετωπιστούν και να ξεπεραστούν και το άτομο να ζήσει πιο ελεύθερα και να συνάψει ειλικρινείς σχέσεις, οι οποίες να βασίζονται στην επικοινωνία και την ειλικρίνεια του συναισθηματικού μας κόσμου.

https://enallaktikidrasi.com/