Μαΐου 08, 2021

Βιβλίο

«Ένα από τα ωραιότερα βιβλία για τη γερμανική αντίσταση κατά του ναζισμού»

Το μπεστ σέλερ του Χανς Φάλαντα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Rudolf Ditzen), «Μόνος στο Βερολίνο» ανατυπώθηκε και κυκλοφορεί ξανά στα βιβλιοπωλεία.

Ο Πρίμο Λέβι το χαρακτήρισε ως ένα από τα ωραιότερα βιβλία για τη γερμανική αντίσταση κατά του ναζισμού. Ο Φάλαντα, ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του μεσοπολέμου, έγραψε το βιβλίο μόλις δυο χρόνια μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εξιστορεί τις λιγότερο γνωστές ιστορίες των αντιστασιακών πράξεων των Γερμανών ενάντια στους Γερμανούς και την τρομοκρατία που και οι ίδιοι δέχτηκαν από το φασιστικό καθεστώς.

Μόνος στο ΒερολίνοΗ ιστορία κυλά στο Βερολίνο του Β’ Παγκόσμιου, στην πόλη που ζει υπνωτισμένη από την επιβολή του Χίτλερ, τρομαγμένη από τους Ες Ες του, υποταγμένη σε μια υποσχόμενη δόξα που, είτε πιστεύει, είτε όχι, υπηρετεί, υπό την απειλή προδοσίας και θανάτου. Ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει πώς ζούσε και τι σκεφτόταν η «άλλη πλευρά», οι Γερμανοί με ανθρωπιστική συνείδηση. Το «Μόνος στο Βερολίνο», βασίζεται σε αληθινή ιστορία, την οποία ανακάλυψε ο συγγραφέας σε φακέλους της Γκεστάπο μετά το τέλος του ναζιστικού καθεστώτος. Οι ήρωες της ιστορίας, Ότο και Άννα Κβάνγκελ είναι δυο φιλήσυχοι χαρακτήρες που δεν εκφράζουν ανοιχτά τις αντιθέσεις τους και τη δυσαρέσκειά τους για το χιτλερικό καθεστώς. Ο θάνατος του γιου τους θα πυροδοτήσει τις δράσεις τους που υπενθυμίζουν τη σπουδαιότητα και την αναγκαιότητα της αντίστασης και της αξιοπρέπειας.

Από τη λαϊκή πολυκατοικία στην οποία κατοικούν ανάμεσα σε ενοίκους που αντιπροσωπεύουν όλες τις πολιτικές τάσεις, οι δυο απλοί και φιλήσυχοι άνθρωποι ξεκινούν να γράφουν κάρτες με αντικαθεστωτικά και αντιναζιστικά συνθήματα αφήνοντάς τα σε εισόδους πολυκατοικιών ή διαδρόμους κτηρίων, σε ιατρεία και διάφορα γραφεία. Οι χειρόγραφες αυτές κάρτες κυκλοφορούν για σχεδόν τρία χρόνια στο Βερολίνο και σχεδόν όλες παραδίδονται στη Γκεστάπο από τρομοκρατημένους πολίτες. Είναι η ιστορία δυο συνηθισμένων ανθρώπων, καθόλου ηρωικών ή ιδιαίτερων, που δεν έχουν άλλο τρόπο να ζήσουν παρά αναζητώντας τη δικαιοσύνη ως όπλο της συνείδησής τους ενάντια στον εκφασισμό και τον τρόμο της εποχής τους.

Info:
Το βιβλίο Μόνος στο Βερολίνο του Χανς Φάλαντα σε μετάφραση Άντζης Σαλταμπάση κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις https://www.elculture.gr/

 

Βιβλίο

Ένα μυθιστόρημα για τη δημιουργία και τη διάλυση μιας οικογένειας, μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας που βιώνει τη μητρότητα τελείως διαφορετικά απ’ ό,τι ονειρευόταν – στην πραγματικότητα, τη βιώνει ακριβώς όπως φοβόταν…

Θέλεις να σπάσεις την κατάρα που βαραίνει τις γυναίκες της οικογένειάς σου. Ελπίζεις πως αυτή τη φορά όλα θα είναι διαφορετικά. Εσύ θα τα καταφέρεις. Θα είσαι στοργική και θερμή, η κόρη σου θα αποζητά την παρουσία σου. Οι δυο σας θα είστε ομάδα!

Η Μπλάιθ Κόνορ είναι αποφασισμένη. Θα είναι η ιδανική μητέρα για την κόρη της. Θα είναι ακριβώς αυτό που δεν ήταν για κείνην η δική της μητέρα. Από τις πρώτες μέρες όμως της μητρότητας το όνειρο γίνεται κομμάτια. Κάτι μοιάζει να μην πηγαίνει καλά. Είναι το παιδί της σαν όλα τα άλλα παιδιά; Κι αν ναι, εκείνη γιατί δεν το βλέπει έτσι; Τι είναι αλήθεια και τι προϊόν της φαντασίας της;

Το ένστικτο είναι ένας λογοτεχνικός άθλος που διαβάζεται με μιαν ανάσα. Ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα που αμφισβητεί όσα νομίζουμε ότι ξέρουμε για τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ακόμα και των πιο κοντινών.

Βιβλίο

Το βιβλίο για την αυτοπροδοσία που μας ενθαρρύνει να αγκαλιάσουμε επιτέλους τον εαυτό μας
Dimitsanou Joanna

«Κάθε γυναίκα έχει μέσα της μια φωνή λαχτάρας και νοσταλγίας. Προσπαθούμε με όλο μας το είναι να γίνουμε καλές. Kαλές σύντροφοι, καλές κόρες, καλές μητέρες, καλές εργαζόμενες, καλές φίλες. Ευελπιστούμε ότι όλη αυτή η προσπάθεια θα μας κάνει να νιώσουμε ζωντανές. Αντ’ αυτού, όμως, καταλήγουμε να νιώθουμε εξαντλημένες, σε αδιέξοδο, να ασφυκτιούμε από τα πρέπει και να απογοητευόμαστε από το αποτέλεσμα. Βλέπουμε τη ζωή μας και αναρωτιόμαστε: μα, δεν έπρεπε όλα αυτά να είναι πιο όμορφα; Αλλά καταπνίγουμε την ερώτηση πολύ βιαστικά, λέγοντας στον εαυτό μας ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες, και κρύβουμε τη δυστυχία μας ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό.»

Το «Αδάμαστη» από την πένα της Glennon Doyle αποτελεί ένα αυθεντικό και οργισμένο, ορμητικό και ταυτοχρόνως τρυφερό ανάγνωσμα.
Πρόκειται για μία ειλικρινή αυτοβιογραφία και ένα ηχηρό κάλεσμα προς όλες τις γυναίκες του κόσμου. Μέσα από το γύρισμα των σελίδων ξεδιπλώνεται η ιστορία του πώς μια γυναίκα έμαθε ότι υπεύθυνη μητέρα δεν είναι εκείνη που αργοπεθαίνει για τα παιδιά της, αλλά εκείνη που τους δείχνει πώς να ζήσουν με όλη τους την καρδιά. Είναι μια ιστορία που περιγράφει ένα διαζύγιο, τη δημιουργία μιας νέας, σύνθετης οικογένειας, και τη συνειδητοποίηση ότι το πόσο ενωμένη ή διαλυμένη είναι μια οικογένεια εξαρτάται από το κατά πόσο τα μέλη της μπορούν, όταν κάθονται στο τραπέζι, να είναι ο πραγματικός τους εαυτός.

Τέλος είναι η ιστορία του πώς μπορούμε όλες μας να αρχίσουμε να εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας αρκετά, ώστε να βάλουμε τα όριά μας, να συμφιλιωθούμε με το σώμα μας, να τιμήσουμε τον θυμό και τον πόνο μας, και να απελευθερώσουμε τα πιο αληθινά, πιο άγρια ένστικτά μας, ώστε να μπορέσουμε, ως γυναίκες, να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και να πούμε: Αυτή είμαι εγώ.

Ως αναγνώστρια γενικά δεν έχω έντονη προτίμηση και κατά συνέπεια επαφή με τα βιβλία που δεν περιέχουν στοιχεία μυθοπλασίας
Για αυτό άλλωστε η επιλογή να διαβάσω το νέο βιβλίο της Glennon Doyle «Αδάμαστη» ήταν ιδιαίτερα απρόσμενη για εμένα. Ίσως ευθύνεται για το γεγονός ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που προτάθηκε να λάβει το βραβείο καλύτερου αυτοβιογραφικού βιβλίου από το goodreads. Ίσως σαν μικρό παιδί και εγώ μαγνητίστηκα από το ιδιαίτερο εξώφυλλο του με τα ποικίλα, πλουμιστά χρώματα. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που με παρακίνησε να διαβάσω αυτό το βιβλίο το σίγουρο είναι ότι πρόκειται για μία απόφαση που απόλαυσα βαθιά.

Για εμένα ήταν μία διαφορετική εμπειρία που θα με συντροφεύει νοητά για πολύ καιρό. Η Glennon Doyle μέσα από αυτό το βιβλίο εκθέτει με γενναιότητα σε κοινή θέα μία σειρά από κρυφές πτυχές του χαρακτήρα και της ζωής της. Πρώτη φορά συναντάω κάποιον συγγραφέα που να είναι τόσο ειλικρινής με τα ελαττώματά του και να ξεδιπλώνει όλη την αλήθεια του μπροστά στο αναγνωστικό κοινό. Σαν άλλο ανοιχτό βιβλίο η Glennon παραδίδει στους αναγνώστες ιστορίες και βιώματα από τη ζωή της με τρόπο εντυπωσιακό, καθαρτικό, εμπνευσμένο και ενθαρρυντικό. Πρόκειται ένα βιβλίο με διαλογικό χαρακτήρα και πρόζα λιτή, στρωτή, αλλά νοηματικά πυκνή που θα σας γεμίσει με ιδέες και προβληματισμούς.

Μία συζήτηση ανάμεσα στην ψυχή της συγγραφέως και αυτή του αναγνώστη για τα κοινά βιώματα των γυναικών του Δυτικού Κόσμου. Ίσως ακόμη ένα μανιφέστο που καλεί τους αναγνώστες να ανακαλύψουν τον εαυτό τους και με θάρρος, ειλικρίνεια και τόλμη, να τον συστήσουν στον κόσμο.

Ο Glennon μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο στη μάχη της με τη βουλιμία, τον εθισμό, την απιστία του συζύγου της, την κατάθλιψη, τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, την άρνηση της πραγματικής της σεξουαλικότητας, τα καλούπια συμπεριφοράς που η κοινωνία επιβάλλει στις γυναίκες κ.λπ. Μέσα από την παράθεση των προσωπικών της βιωμάτων μας δίνει μία άψογη εικόνα για το τι σημαίνει να είσαι γυναίκα σήμερα. Να προσπαθείς να ισορροπήσεις ανάμεσα αναρίθμητες υποχρεώσεις ενώ παράλληλα επιδιώκεις να εκπληρώσεις κάθε επιθυμία του κοινωνικού σου περίγυρου ώστε να γίνεις αγαπητή και αποδεκτή σε έναν πατριαρχικό κόσμο δομημένο για να σε υποτάσσει.
Προσωπικά αυτή η πτυχή του βιβλίου μου θύμισε έντονα στοίχους από ένα αγαπημένο μου ποίημα της Κικής Δημουλά με τίτλο «Σημείο Αναγνωρίσεως».

"Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα, εγώ σε προσφωνώ γυναίκα κατευθείαν. Όλοι σε λένε κατευθείαν άγαλμα, εγώ σε λέω γυναίκα αμέσως. Όχι γιατί γυναίκα σε παρέδωσε στο μάρμαρο ο γλύπτης κι υπόσχονται οι γοφοί σου ευγονία αγαλμάτων, καλή σοδειά ακινησίας. Για τα δεμένα χέρια σου, που έχεις όσους πολλούς αιώνες σε γνωρίζω, σε λέω γυναίκα. Σε λέω γυναίκα
γιατί είσ’ αιχμάλωτη." Η συγγραφέας λοιπόν μας μεταφέρει από τα χρόνια της "αιχμαλωσίας" της ως τον τωρινό της εαυτό σε ένα ταξίδι απελευθέρωσης, που θα αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές κάθε γυναίκας. Ένα ταξίδι που οδήγησε τη συγγραφέα σε πλήθος συνειδητοποιήσεων για τη ζωή πού θα οδηγήσουν όλους τους αναγνώστες στην ταύτιση. Πάνω από όλα όμως είναι ένα ταξίδι που θα εμπνεύσει όλους τους αναγνώστες να αναζητήσουν και αποδεχθούν το πραγματικό τους εαυτό. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου "τσάκισα" αναρίθμητες σελίδες ώστε να μπορέσω μελλοντικά να επιστρέψω σε αυτές, να αντλήσω δύναμη ή να τις επεξεργαστώ από ένα νέο πρίσμα.

Ξεκινώντας αυτή την κριτική ήθελα, να περιγράψω όλα τα συναισθήματα που μου γέννησε το βιβλίο
Προχωρώντας τη σύνταξη του κειμένου όμως συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για ένα ανάγνωσμα που μου καλλιέργησε πληθώρα σκέψεων και συναισθημάτων, έντονα πλην όμως ακατόρθωτα να αποτυπωθούν γραπτώς. Θεωρώ λοιπόν ορθότερο να αφήσω τον καθέναν από εσάς, να απολαύσει στο έπακρο το ταξίδι του μέσα από το βιβλίο και να χτίσει τις δικές του σκέψεις και εντυπώσεις. Θα ήθελα όμως να κάνω μία ιδιαίτερη αναφορά στην έννοια της προδοσίας και αντίστοιχα της αγάπης του εαυτού μας η οποία κατέχει κεντρική θέση στη σκέψη της συγγραφέως.

Τι είναι όμως η προδοσία του εαυτού μας;
Είναι μια οδυνηρή συνθήκη με την οποία όλοι ερχόμαστε σε επαφή από τα εφηβικά μας χρόνια. Είναι η διαδικασία στην οποία υποβάλλουμε τον εαυτό μας όταν παραγκωνίζουμε την προσωπική μας ευτυχία και συμμορφωνόμαστε με αυτό που περιμένουν οι άλλοι να είμαστε, θέτοντας σε κίνδυνο τον πραγματικό μας εαυτό. Κατά αυτόν τον τρόπο πνίγουμε τις επιθυμίες μας και υποκύπτουμε στα πρέπει της κοινωνίας, μαθαίνουμε να κρυβόμαστε να προσποιούμαστε και να είμαστε αυτοί που πιστεύουμε, ότι θέλουν οι άλλοι να είμαστε ώστε να μας αγαπήσουν.

Όταν προδίδουμε τον εαυτό μας ανταλλάσσουμε ένα μέρος της αυθεντικής ψυχής μας για να αγαπηθούμε και να γίνουμε αποδεκτοί. Αρνούμαστε αυτό που είμαστε και οδηγούμαστε σε ένα φαύλο κύκλο - άκαρπων συχνά - προσπαθειών να ικανοποιήσουμε τον κοινωνικό μας περίγυρο ακόμη και σε εντελώς προσωπικά ζητήματα. Άλλωστε η ανάγκη για αγάπη από τον κοινωνικό μας περίγυρο είναι αυτή που μας παρακινεί εξαρχής στην αυτοπροδοσία. Πρόκειται όμως για μία περίτεχνη ψευδαίσθηση αγάπης δεδομένου ότι μας αγαπούν, όχι για το ποιοί πραγματικά είμαστε, αλλά για αυτό που προσποιούμαστε.

Τέλος αυτή η προδοσία μας οδηγεί συχνά στο άγχος ή ακόμη και την κατάθλιψη, ενώ στερούμε από τον εαυτό μας την αυτοσυμπόνια και την αυτοσυγχώρεση
Για αυτή την προδοσία επιλέγει, να μιλήσει η συγγραφέας αναδεικνύοντας μία σειρά από βιώματα προσωπικά ή κοντινών της προσώπων. Στόχος της όμως δεν είναι να προβάλει άλλη μια δυστυχή πλευρά της ανθρώπινης ζωής, αλλά να ενθαρρύνει κάθε αναγνώστη να αποδεσμευτεί από τις κοινωνικές απαιτήσεις που το καταπνίγουν και και να αποδεχτούν και αναδείξουν τον πραγματικό της εαυτό. Έχοντας πλέον διαβάσει το βιβλίο και βγάλει τα δικά μου συμπεράσματα, θα κλείσω αυτό το άρθρο προτείνοντας τις δική μου βασική διέξοδο από την αυτοπροδοσία.

Η λύση αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη πέρα από την αγάπη και την αποδοχή του εαυτού μας. Να νιώσουμε τον πόνο της προδοσίας μας. Να αναλάβουμε την ευθύνη των επιλογών μας. Να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας, να δεσμευτούμε να τον τιμάμε καθημερινά και να τον τυλίξουμε με αγάπη.
Έτσι θα πάψουμε να επιδιώκουμε τη διαρκή επιβεβαίωση του κοινωνικού μας περίγυρου και να υποβαλλόμαστε στην καθημερινή δοκιμασία της επιλογής ανάμεσα στο προσωπικό θέλω και το κοινωνικό πρέπει. Βέβαια το ταξίδι προς την αγάπη του εαυτού μας κάθε άλλο παρά εύκολο είναι. Δεν ξέρω γιατί το να μαθαίνουμε να είμαστε καλοί απέναντι στον εαυτό μας είναι τόσο δύσκολο, αλλά σίγουρα είναι ένα από τα δυσκολότερα επιτεύγματα στη ζωή. Μέχρι τότε λοιπόν μπορούμε να λάβουμε μια χείρα βοήθειας από όλα εκείνα τα άτομα στη ζωή μας που μας αγαπάνε ανιδιοτελώς και άνευ ορίων ακόμη και τις μέρες που εμείς αδυνατούμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας και θα ξεχωρίζουν πόσο σπουδαίοι και μοναδικοί είμαστε ακόμη και στις πιο σκοτεινές μας μέρες.

Αυτά είναι και τα άτομα που ποτέ δεν θα απαιτήσουν να καταπατήσουμε την προσωπική μας θέληση για να κερδίσουμε την εύνοια και την αγάπη τους. Που θα στέκονται συνοδοιπόροι στη ζωή μας στα μικρά και στα μεγάλα, τα σημαντικά και τα ασήμαντα, στις μεγαλύτερες ευτυχίες αλλά και στις οδυνηρές δυστυχίες.

Σε αυτά τα δύο είδη αγάπης εστιάζει έντονα και η Glennon Doyle
Την ανιδιοτελή αγάπη προς τον εαυτό μας αλλά και αυτή που λαμβάνουμε από τον κοινωνικό μας περίγυρο και την αξία τους στο ταξίδι προς την αποδοχή του εαυτού μας. Αυτό και άλλα πολλά μαθήματα έλαβα από αυτό το εμπνευσμένο βιβλίο που θα πρότεινα ανεπιφύλακτα σε κάθε αναγνώστη. Συμπερασματικά λοιπόν πρόκειται για ένα βιβλίο που θα αφήσει στον καθένα ένα διαφορετικό δίδαγμα, το σίγουρο όμως είναι ότι όποιος διαβάσει αυτό βιβλίο θα κλείσει τις σελίδες του νιώθοντας πιο απελευθερωμένος και έτοιμος να αποδεχτεί και αγαπήσει τον αληθινό του εαυτό.https://www.savoirville.gr/

Βιβλίο

Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός

Ο Σαρτρ έδωσε τη διάλεξη Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός τον Οκτώβριο του 1945, θέλοντας να παρου­σιάσει σε συνο­πτική μορφή τις βασικές θέσεις της φιλοσοφίας του και να την υπερασπιστεί απέναντι σε ορισμένες συχνές παρανοή­σεις. Η διάλεξη δόθηκε από στήθους και κυκλοφόρησε ως βιβλίο λίγο αργότερα, ελάχιστα επανεπεξεργασμένη. Το βιβλίο αναδείχτηκε στο πιο πολυδιαβασμένο, πιθανότατα, φιλοσοφικό κείμενο του 20ού αιώνα.

Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, λέει ο Σαρτρ, αλλά θέλει να φαν­τάζεται τον εαυτό του δέσμιο. Το κάνει αυτό, γιατί θέλει ν’ αποποιηθεί την ευθύνη που συνεπάγεται η ελευθερία του. Οι άνθρωποι πλάθουν φαντάσματα —το θεό, τη μοίρα, τη φύση, την ιστορία, την κοινωνία— που υποτίθεται ότι τους υποχρεώνουν να φέρονται όπως φέρονται. Επικαλούμενοι τα φαντάσματα αυτά, μπορούν κατόπιν να δηλώσουν: «Δεν έφταιγα εγώ γι’ αυτό που έκανα, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος γι’ αυτό που είμαι, κάτι άλλο, έξω από μένα, μ’ έκανε έτσι».

Μέσω αυτής της θεμελιώδους αυτοεξαπάτησης οι άνθρωποι προσ­παθούν να κρύψουν απ’ τον εαυτό τους την αγωνία που συνεπάγεται το γεγονός ότι ο καθένας μας αναπόφευκτα ορίζει μόνος το δικό του πεπρωμένο. Όπως λέει ο Σαρτρ, «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος».

 

Ο Jean-Paul Sartre γεννήθηκε το 1905 στο Παρίσι, όπου και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, μέχρι το θάνατό του το 1980. Έγραψε φιλο­σοφικά έργα, μυθιστορήματα, θεα­τρικά, ενώ είχε εντονότατη δημόσια παρουσία, παρεμβαίνοντας συστηματικά στις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της εποχής του. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αναδεικνύεται σε δεσπόζουσα μορφή της γαλλικής σκέψης. Το 1964 τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογο­τεχνίας, το οποίο αρνήθηκε να δεχτεί.

Jean-Paul Sartre
Ο ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ
Τίτλος πρωτοτύπου: L’ existentialisme est un humanisme
Μετάφραση: Αντώνης Χατζημωυσής
Πρόλογος-σημειώσεις: Αρλέτ Ελκαΐμ-Σαρτρ
Επιμέλεια: Θάνος Σαμαρτζής
Χαρακτικό εξωφύλλου: Γιώργος Μακρής

https://www.domabooks.gr/

Βιβλίο

Για πάνω από τρεις δεκαετίες, ο Spencer Johnson εμπνέει τους αναγνώστες με τις απλές, και ταυτόχρονα γεμάτες σοφία ιστορίες του.

Το Πολυτιμότερο Δώρο αφηγείται τη συναρπαστική πορεία ενηλικίωσης ενός μικρού αγοριού και της διαρκούς αναζήτησής του για ένα μυστηριώδες και δυσεύρετο δώρο, για το οποίο τού μιλάει ένας σοφός ηλικιωμένος άνδρας. Σύμφωνα με αυτόν, πρόκειται για το Πολυτιμότερο Δώρο που μπορεί να λάβει κάποιος.

Καθώς το μικρό αγόρι γίνεται άνδρας, αρχίζει να απογοητεύεται από τη δουλειά και τη ζωή του. Έτσι, επιστρέφει στον γέροντα, ζητώντας τη βοήθειά του για να βρει το Δώρο. Ο γέροντας αποκρίνεται: «Μόνο εσύ έχεις τη δύναμη να βρεις το Δώρο». Ακολουθώντας τη συμβουλή του, ο νεαρός αναζητά σε όλο τον κόσμο το μαγικό Δώρο, που μέσα του κρατά φυλαγμένο το μυστικό της ευτυχίας και της επιτυχίας. Στο τέλος, έχοντας ψάξει παντού και λίγο πριν εγκαταλείψει την προσπάθειά του, ο νεαρός ανακαλύπτει ποιο είναι το Δώρο αυτό – και όλα όσα μπορεί να του προσφέρει.

Όπως ο νεαρός της ιστορίας, έτσι κι εσείς θα διαπιστώσετε ότι το Δώρο αυτό είναι ό,τι πολυτιμότερο έχετε να προσφέρετε στον εαυτό σας – και σε όσους βρίσκονται δίπλα σας.

Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο

εδώ



O Spencer Johnson σε αριθμούς
Τα βιβλία του έχουν πουλήσει περισσότερα από 50 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως.

Έχουν μεταφραστεί σε 47 γλώσσες.

2η θέση στη λίστα Hall of Fame του Amazon, στο πλαίσιο των εορτασμών της 10ης επετείου του, που περιελάμβανε τους δημιουργούς με τις μεγαλύτερες πωλήσεις σε ταινίες, μουσική και βιβλία.

Κριτικές
«Ο βασιλιάς των Παραβολών»

-USA Today

«Πολλοί από τους ανθρώπους που έχω παρατηρήσει θα μπορούσαν να ήταν ακόμη πιο χαρούμενοι και πιο επιτυχημένοι στη σταδιοδρομία και τη ζωή τους, αν τους είχε δοθεί ως δώρο Το Πολυτιμότερο Δώρο».

-Norman Augustine, Fmr. Πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, Lockheed Martin Corp

Διαβάστε απόσπασμα του βιβλίου στον παρακάτω  σύνδεσμο

Ο συγγραφέας
Ο Spencer Johnson υπήρξε ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους διανοητές του κόσμου και συγγραφέας πολλών bestsellers.

Γεννημένος το 1938, σπούδασε ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και έκανε μεταπτυχιακό στο Βασιλικό Κολέγιο Χειρουργικής. Εργάστηκε ως γιατρός στην Κλινική Mayo και στην Ιατρική Σχολή του Harvard και απεβίωσε το 2017.

Τα βιβλία του έχουν σημειώσει πωλήσεις άνω των σαράντα έξι εκατομμυρίων αντιτύπων διεθνώς, σε πάνω από σαράντα εφτά γλώσσες.

https://enallaktikidrasi.com/

Βιβλίο

Η γυναίκα αυτή είναι αληθινή, με σάρκα και οστά. Τη συνάντησα πριν μερικά χρόνια στη φυλακή αλ Κανάτιρ. Εκείνο τον καιρό έκανα μια έρευνα με θέμα την ψυχολογία των φυλακισμένων γυναικών, γυναικών που είχαν καταδικαστεί ή ήταν υπόδικες για διάφορα εγκλήματα.

Ο γιατρός της φυλακής μού είπε πως η γυναίκα αυτή είχε σκοτώσει έναν άντρα και είχε καταδικαστεί σε θάνατο. Ωστόσο, δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες δολοφόνους που κρατούνταν στη φυλακή του. Ήταν μια προσωπικότητα εντελώς διαφορετική. Δε θα συναντούσα, είπε, καμία γυναίκα σαν αυτή, μέσα ή έξω απ’ τη φυλακή. Η γυναίκα αρνιόταν τις συναντήσεις, δε δεχόταν επισκέπτες, έτρωγε σπάνια, κοιμόταν μονάχα το ξημέρωμα.

Υπήρχαν φορές που η δεσμοφύλακας την έβλεπε να κάθεται αφηρημένη ατενίζοντας το κενό ώρες ολόκληρες. Μια μέρα ζήτησε χαρτί και μολύβι και πέρασε πολλές ώρες σκυμμένη πάνω από εκείνο το χαρτί. Η δεσμοφύλακας δεν ήξερε αν έγραφε σε κάποιον. Μπορεί και να μην έγραφε τίποτα.

― Θα δεχτεί να με συναντήσει; ρώτησα το γιατρό της φυλακής.

― Θα προσπαθήσω να την πείσω να κάτσει μαζί σου λίγη ώρα. Ίσως συμφωνήσει σε περίπτωση που μάθει πως είσαι ψυχίατρος κι όχι κάποια από τις βοηθούς του Εισαγγελέα. Αρνήθηκε ν’ απαντήσει σ’ οποιαδήποτε ερώτηση. Αρνήθηκε ακόμα και να υπογράψει αίτηση χάριτος προς τον Πρόεδρο της χώρας προκειμένου να μετατραπεί η ποινή της από θανατική σε ισόβια.

― Ποιος συνέταξε το κείμενο της αίτησης;

― Εγώ. Γιατί, μά την αλήθεια, δεν τη θεωρώ δολοφόνο. Αν έβλεπες την όψη της, τα μάτια της, δε θα μπορούσες να διανοηθείς πως αυτή η ευγενική γυναίκα θα μπορούσε ποτέ να σκοτώσει.

― Ποιος είπε πως οι ευγενικοί άνθρωποι δε σκοτώνουν;

Μου έριξε έκπληκτος μια γρήγορη ματιά στο πρόσωπο. Μετά γέλασε νευρικά και είπε:

― Γιατί; Έχεις εσύ σκοτώσει κανέναν;

― Γιατί; Είμαι εγώ ευγενική γυναίκα;

Στράφηκε προς την άλλη μεριά, έδειξε ένα μικρό παράθυρο και είπε:

― Εκείνο εκεί είναι το παράθυρο του κελιού της. Θα δοκιμάσω να την πείσω να σε δει.

Ο γιατρός επέστρεψε μόνος. Η Φιρντάους είχε αρνηθεί να με συναντήσει.

Εκείνη τη μέρα ήταν να εξετάσω κι άλλες κρατούμενες, μα μπήκα στ’ αυτοκίνητό μου κι έφυγα.

Στο σπίτι δεν ήμουν σε θέση να κάνω τις δουλειές μου. Έπρεπε να κάνω τις διορθώσεις στο τελευταίο μου βιβλίο, αλλά το μυαλό μου ήταν ανίκανο να συγκεντρωθεί σ’ οτιδήποτε άλλο πέρα από κείνη τη γυναίκα με τ’ όνομα «Φιρντάους», που σε δέκα μέρες θα την εκτελούσαν.

Νωρίς το πρωί της επόμενης μέρας βρέθηκα πάλι έξω απ’ τη φυλακή. Ο γιατρός δεν είχε έρθει ακόμα και ζήτησα απ’ τη δεσμοφύλακα να μ’ αφήσει να δω τη Φιρντάους.

― Ανώφελο, γιατρέ μου. Αποκλείεται να σε συναντήσει.

― Γιατί;

― Σε λίγες μέρες θα την πάνε στην κρεμάλα. Τι μπορεί να θέλει από σένα ή απ’ οποιονδήποτε άλλον; Αφήστε τη γυναίκα ήσυχη!

Η δεσμοφύλακας μίλησε θυμωμένα. Μου έριξε ένα οργισμένο βλέμμα, λες κι εγώ ήμουν εκείνη που σε λίγες μέρες θα την εκτελούσε.

― Δεν έχω την παραμικρή σχέση με τους υπεύθυνους είτε μέσα είτε έξω απ’ τη φυλακή.

― Όλοι το ίδιο λένε, απάντησε οργισμένα.

― Γιατί έχεις τόσο θυμό; Πιστεύεις ότι η Φιρντάους είναι αθώα, ότι δε σκότωσε;

Ο θυμός της μεγάλωσε κι είπε:

― Είτε σκότωσε είτε όχι, είναι αθώα, δεν αξίζει την αγχόνη. Αυτούς πρέπει να κρεμάσουν.

― Τους ποιους;

Με κοίταξε καχύποπτα και είπε:

― Εσύ ποια είσαι; Μήπως σ’ έστειλαν «αυτοί»;

― Ποιοι είναι οι «αυτοί»;

Έριξε μια ματιά τριγύρω, επιφυλακτικά, σχεδόν τρομαγμένα, κι ενώ απομακρυνόταν είπε:

― Αυτοί! Θες να πεις πως δεν τους ξέρεις;

― Όχι.

Γέλασε ειρωνικά κι έφυγε μονολογώντας σιγανά:

― Πώς γίνεται εσύ να μην τους ξέρεις κι όλοι οι άλλοι να τους ξέρουν;

Ξαναπήγα στη φυλακή πολλές φορές. Κάθε φορά ζητούσα να δω τη Φιρντάους. Οι προσπάθειές μου έπεφταν στο κενό. Αισθανόμουν πως η έρευνά μου κινδύνευε. Στην πραγματικότητα, ένιωθα πως ολόκληρη η ζωή μου είχε αποτύχει ή όδευε προς την αποτυχία. Η αυτοπεποίθησή μου είχε αρχίσει να καταρρέει, ίσως είχε ήδη καταρρεύσει. Πέρασα δύσκολες ώρες. Απ’ το μυαλό μου δεν έφευγε η ιδέα πως εκείνη η γυναίκα, η δολοφόνος, που σε λίγες μέρες θα εκτελούνταν και η ίδια, ήταν ανώτερη από μένα. Εγώ δεν ήμουν παρά ένα μυρμηγκάκι που σερνόταν επάνω στη γη ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλα έντομα.

Όσο θυμόμουν την έκφραση στα μάτια της δεσμοφύλακα ή του γιατρού της φυλακής όταν μιλούσαν για την απόλυτη αδιαφορία της Φιρντάους για τα πάντα, όταν έλεγαν πως η Φιρντάους απέρριπτε το καθετί, και πάνω απ’ όλα το ενδεχόμενο να με συναντήσει, τόσο η επιθυμία μου μεγάλωνε.

Μια νύχτα που δε μ’ έπαιρνε ο ύπνος, ένα βασανιστικό ερώτημα καρφώθηκε στο μυαλό μου κι άρχισε να με τυραννά: «Τι είδους γυναίκα είναι τέλος πάντων; Κι αν μ’ έχει απορρίψει, μήπως αυτό σημαίνει πως είναι ανώτερη από μένα; Μα εκείνη αρνήθηκε ν’ απευθυνθεί ακόμα και στον Πρόεδρο της χώρας! Σημαίνει άραγε αυτό πως είναι ανώτερη κι από τον αρχηγό του κράτους;»

Με κατέλαβε ένα παράξενο συναίσθημα, μια βεβαιότητα θά ’λεγες, πως ήταν ανώτερη απ’ όλους τους άντρες κι όλες τις γυναίκες που έχουμε γνωρίσει, δει ή ακούσει ποτέ στη ζωή μας. Πάσχιζα να καταπολεμήσω την αγρύπνια, μα μια άλλη απορία σφηνώθηκε στο νου μου: «Αρνήθηκε να με δει ξέροντας ποια είμαι ή χωρίς να με ξέρει;»

Το άλλο πρωί ξαναπήγα στη φυλακή. Εκείνη τη φορά δε σκόπευα να επιχειρήσω να δω τη Φιρντάους. Είχα απογοητευτεί τελείως. Έψαχνα απλώς τη δεσμοφύλακα ή το γιατρό της φυλακής. Ο γιατρός δεν είχε εμφανιστεί ακόμα. Βρήκα τη δεσμοφύλακα και τη ρώτησα:

― Σου έχει πει η Φιρντάους πως με γνωρίζει;

― Όχι, δε μου λέει και πολλά. Αλλά σε γνωρίζει.

― Πώς το ξέρεις;

― Τη νιώθω.

Έμεινα παγωμένη στη θέση μου. Η γυναίκα έφυγε για τη δουλειά της. Προσπάθησα να κινηθώ, να πάω στ’ αμάξι μου και να φύγω. Μα ήταν αδύνατο να κουνηθώ απ’ τη θέση μου. Είχα ένα αίσθημα ασήκωτο που μου βάραινε την καρδιά και το κορμί κι έκανε τα πόδια μου ανήμπορα να κινηθούν. Ήταν ένα αίσθημα βαρύτερο κι από τη γη την ίδια, λες και δεν πατούσα εγώ τη γη αλλά η γη είχε πέσει πάνω μου. Ακόμα κι ο ουρανός είχε γίνει μαύρος σαν το χώμα της γης. Με πίεζε κι αυτός με το βάρος του.

Ήταν ένα συναίσθημα που είχα νιώσει άλλη μια φορά στη ζωή μου, πριν από χρόνια, όταν είχα ερωτευτεί έναν άντρα μα δεν είχα βρει ανταπόκριση. Στα μάτια μου, δε μ’είχε απορρίψει μονάχα εκείνος μέσα σ’ έναν κόσμο απέραντο όπου ζούσαν εκατομμύρια άνθρωποι, μ’ είχε απορρίψει ο κόσμος ολόκληρος, με καθετί έμψυχο και άψυχο επάνω του.

Έβαλα δύναμη στην πλάτη για να ορθώσω την κορμοστασιά μου, πήρα βαθιά ανάσα. Το βάρος στο κεφάλι μου αλάφρωσε λίγο και κοίταξα τριγύρω. Απόρησα που βρισκόμουν στη φυλακή τόσο νωρίς. Τότε είδα τη δεσμοφύλακα, διπλωμένη στα δύο, να τρίβει τα πλακάκια του διαδρόμου. Με κυρίευσε ένα αλλόκοτο συναίσθημα περιφρόνησης. Πώς ήταν δυνατόν να πιστέψω αυτή τη γυναίκα, μια γυναίκα που τρίβει τα πλακάκια της φυλακής, που δε διαβάζει, δε γράφει και δεν ξέρει τίποτα από ψυχολογία; Πώς μπόρεσα να εμπιστευτώ τόσο εύκολα τα αισθήματά της; Η Φιρντάους δεν είχε πει ότι με γνώριζε. Η δεσμοφύλακας το είχε απλώς διαισθανθεί. Αυτό δε σήμαινε ότι πράγματι με γνώριζε. Εφόσον είχε αρνηθεί να με δει χωρίς να με γνωρίζει, δεν έπρεπε να νιώθω πληγωμένη. Δεν είχε απορρίψει εμένα προσωπικά, μα ολόκληρο τον κόσμο κι όποιον βρισκόταν πάνω του.

Κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητό μου για να φύγω. Σκεφτόμουν ότι συναισθήματα σαν κι αυτά που είχα νιώσει δεν άρμοζαν σε μια επιστήμονα και μάλιστα εν ώρα εργασίας. Χαμογέλασα ενώ άνοιγα την πόρτα του αυτοκινήτου. Αγγίζοντας με το χέρι μου τη λαμαρίνα, ξανάβρισκα την αίσθηση του εαυτού μου, την αυτοεκτίμησή μου ως γιατρού. Οπωσδήποτε μια γιατρός είναι ανώτερη από μια γυναίκα που έχει καταδικαστεί σε θάνατο για φόνο. Η εικόνα που έχω για τον εαυτό μου, εικόνα που σπανίως μ’ εγκαταλείπει, σταδιακά αποκαταστάθηκε. Έβαλα μπρος τη μηχανή, πάτησα γκάζι και μ’ όλες μου τις δυνάμεις απόδιωξα εκείνη την αίσθηση την απρόσμενη, που μερικές φορές με κυριεύει σε στιγμές αποτυχίας, εκείνη την ιδέα ότι δεν είμαι παρά ένα μυρμηγκάκι που περπατά πάνω στη γη ανάμεσα σ’ εκατομμύρια άλλα έντομα. Τότε μια φωνή ακούστηκε πίσω μου, σκεπάζοντας το θόρυβο του αμαξιού:

― Γιατρέ! Γιατρέ!

Ήταν η δεσμοφύλακας. Έτρεχε πίσω μου λαχανιασμένη, με ασθμαίνουσα φωνή σαν αυτές που ακούω πότε-πότε στα όνειρά μου. Το στόμα της είχε μεγαλώσει, τα χείλη της επίσης. Ανοιγόκλειναν μπροστά στα μάτια μου σαν τα φύλλα μιας μεγάλης πόρτας. Άνοιγαν και πάλι έκλειναν. Και τότε την άκουσα να λέει:

― Γιατρέ, η Φιρντάους! Η Φιρντάους θα σας συναντήσει!

Αν μου είχε πει πως θα με συναντούσε ο Πρόεδρος της χώρας, το στήθος της δε θ’ ανεβοκατέβαινε έτσι, η ανάσα της δε θα ήταν τόσο γρήγορη, τα μάτια και το πρόσωπό της δε θα πρόδιδαν τόσο βίαια συναισθήματα.

Άρχισα κι εγώ ν’ ανασαίνω γρηγορότερα, λες κι επρόκειτο για κάτι μεταδοτικό. Αλλά όχι. Λαχάνιασα επειδή η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπά πιο δυνατά. Δεν κατάλαβα πώς βγήκα από τ’ αμάξι, πώς άρχισα να τρέχω πίσω απ’ τη δεσμοφύλακα, τόσο γρήγορα ώστε κάποιες στιγμές την προσπερνούσα μες στους διαδρόμους της φυλακής. Πόδια γρήγορα, αέρινα, σαν να μην κουβαλούσαν το κορμί μου, και μια αίσθηση παράξενη για το θαλασσί τ’ ουρανού που νόμιζα ότι θα το αιχμαλωτίσω μες στα μάτια μου, για τον κόσμο αυτόν που έλεγα πως θα τον κρατήσω μες στα χέρια μου, έναν κόσμο ολότελα δικό μου. Δεν είχα δοκιμάσει ξανά τέτοιο συναίσθημα, εκτός από εκείνη τη φορά που είχα πρωτοερωτευτεί, στα μακρινά τα χρόνια, και πήγαινα στο πρώτο ραντεβού με τον αγαπημένο μου.

Μια στιγμή προτού διαβώ την πόρτα του κελιού της κοντοστάθηκα να πάρω μιαν ανάσα και να ισιώσω το γιακά του φουστανιού μου. Στην πραγματικότητα, προσπαθούσα ν’ ανακτήσω την αυτοκυριαρχία μου, να ξαναβρώ τον εαυτό μου, να θυμηθώ πως ήμουν μια επιστήμων, μια ερευνήτρια, μια ψυχίατρος, κάτι τέτοιο τέλος πάντων.

Άκουσα το κλειδί να τρίζει στην κλειδαριά του κελιού. Ο ήχος του στριγκός, ανατριχιαστικός, μ’ έκανε να συνέλθω. Κράτησα σφιχτά τη δερμάτινη τσάντα μου και μονολόγησα: «Και ποια είναι αυτή η γυναίκα με τ’ όνομα Φιρντάους; Δεν είναι παρά μια…»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου και βρεθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Λες κι ήμουν καρφωμένη στη γη, δεν έκανα βήμα, δεν έβγαλα λέξη, δεν άκουγα τους χτύπους της καρδιάς μου, ούτε το θόρυβο που έκανε το κλειδί σφαλίζοντας πίσω μας την πόρτα. Ήταν σαν να πέθανα εκείνη τη στιγμή, την πρώτη, που τα μάτια μου συνάντησαν τα δικά της: μάτια που σκότωναν, μάτια που έκοβαν σαν κοφτερό μαχαίρι, μάτια που δε βλεφάρισαν στο αντίκρισμά μου. Ούτε ένας μυς στο πρόσωπό της δεν τρεμόπαιξε.

Στιγμές πέρασαν και μια φωνή μ’ επανέφερε. Ήταν η φωνή της. Σαν μαχαίρι κι αυτή, μια φωνή κοφτερή, βαθιά, στέρεη, ψυχρή, ο τόνος σταθερός και σίγουρος. Την άκουσα να λέει:

― Κλείσε το παράθυρο.

Με τυφλή υποταγή πήγα και τό ’κλεισα. Κοίταξα γύρω σαστισμένη. Στο κελί δεν υπήρχε κρεβάτι, καρέκλα ή κάτι άλλο να καθήσω. Η φωνή της ακούστηκε πάλι να λέει:

― Κάτσε στο πάτωμα.

Το σώμα μου διπλώθηκε και κάθησε κάτω. Ήταν Γενάρης μήνας, το πάτωμα ήταν γυμνό, αλλά δεν ένιωθα το κρύο. Ήταν σαν να περπατούσα στον ύπνο μου, σαν νά ’μουν υπνοβάτης. Το πάτωμα από κάτω μου ήταν παγωμένο, αλλά το κρύο δεν άγγιζε το κορμί μου. Έμοιαζε με παγωμένη θάλασσα σε όνειρο: κολυμπούσα χωρίς να κρυώνω, χωρίς να πνίγομαι, παρόλο που ήμουν γυμνή και δεν ήξερα κολύμπι. Η φωνή της Φιρντάους ακουγόταν σαν τις φωνές στα όνειρα. Φανταζόμαστε ότι φτάνουν από μακριά, αλλά είναι κοντά· ότι έρχονται από κοντά, αλλά είναι μακριά. Δεν είμαστε σίγουροι από πού ακριβώς έρχονται: από πάνω ή από κάτω, από δεξιά ή από αριστερά; Νομίζουμε ότι βγαίνουν απ’ τα σπλάχνα της γης, απ’ την καρδιά του ουρανού, ότι πέφτουν απ’ τις σκεπές των σπιτιών. Μοιάζει να φτάνουν από κάθε κατεύθυνση, σαν τον άνεμο που τρυπώνει στ’ αυτιά μας.

Αλλά δεν ήταν όνειρο. Δε φυσούσε ο αέρας. Η φωνή ήταν αληθινή, η γυναίκα ήταν αληθινή, με σάρκα και οστά. Κάθησε στο πάτωμα μπροστά μου. Το παράθυρο ήταν κλειστό, κι εκείνη η φωνή ήταν η δική της φωνή, η φωνή της Φιρντάους.https://www.domabooks.gr/

Ναουάλ Αλ Σααντάουι

ΦΙΡΝΤΑΟΥΣ

 

«Άσε με να μιλήσω και μη με διακόψεις. Δεν έχω χρόνο να σ’ ακούσω, στις έξι το απόγεμα θα έρθουν να με πάρουν. Αύριο το πρωί δε θα υπάρχω. Δε θά ’μαι σε κανένα γνωστό μέρος. Το ταξίδι αυτό, σ’ έναν τόπο που κανείς πάνω σε τούτη τη γη δεν τον γνωρίζει ―ταξίδι που δεν το έχουν κάνει ούτε βασιλιάδες, ούτε πρίγκιπες, ούτε κυβερνήτες, ούτε αστυνομικοί―, με γεμίζει περηφάνια. Πάντα αναζητούσα κάτι να με κάνει περήφανη, κάτι για να νιώσω πως είμαι ανώτερη, ανώτερη κυρίως απ’ τους βασιλιάδες, τους πρίγκιπες, τους κυβερνήτες. Έπαιρνα στα χέρια μου μια εφημερίδα, έβλεπα τις φωτογραφίες τους κι έφτυνα τα πρόσωπά τους. Τό ’ξερα ότι δεν έφτυνα παρά μόνο την εφημερίδα, που τη χρειαζόμουν για να στρώσω τα ντουλάπια της κουζίνας. Όμως το έκανα, κι ύστερα άφηνα το φτύμα εκεί που ήταν, να στεγνώσει».

Η γυναίκα αυτή είναι αληθινή, με σάρκα και οστά, ένα αδάμαστο γυναικείο πνεύμα εγκλωβισμένο στον κόσμο των αντρών. Αναζητώντας την ελευθερία και το σεβασμό, η Φιρντάους προσπαθεί να δραπετεύσει απ’ τη ζωή που της έχει επιβληθεί. Δούλα ως παιδί, δούλα ως σύζυγος, δούλα ως υπάλληλος, δούλα ως πόρνη, ελεύθερη μονάχα ως δολοφόνος.

Το βράδυ πριν την εκτέλεσή της, η Φιρντάους αφηγείται την ιστορία της, σ’ ένα από τα πιο κλασικά και πολυμεταφρασμένα κείμενα της φεμινιστικής γραμματείας. Δεν είναι τα βάσανα της Φιρντάους που κάνουν την ιστορία της μια διαχρονική γυναικεία υπόθεση. Είναι η απλότητα του μηνύματός της: πως στον κόσμο της πατριαρχίας, καμιά γυναίκα δεν είναι ελεύθερη.

Ψυχίατρος, συγγραφέας, ακτιβίστρια, η Ναουάλ Αλ Σααντάουι (1931) είναι μια από τις κορυφαίες προσωπικότητες του παγκόσμιου φεμινιστικού κινήματος. Το 1981 φυλακίστηκε για το έργο της και αργότερα, εξαιτίας απειλών για τη ζωή της, αναγκάστηκε να φύγει από την Αίγυπτο. Δίδαξε για χρόνια σε αμερικανικά πανεπιστήμια. Το 1996 επέστρεψε στο Κάιρο, όπου ζει μέχρι σήμερα. Έχει κατ’ επανάληψη βραβευτεί για το ανθρωπιστικό και συγγραφικό της έργο, ενώ χαρακτηρίζεται ευρέως ως «η Σιμόν ντε Μπωβουάρ του αραβικού κόσμου». Τα βιβλία της έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από 30 γλώσσες.

 

ΦΙΡΝΤΑΟΥΣ

Μετάφραση: Ελένη Καπετανάκη

Βιβλίο

“Το Υπέρτατο Mυστικό”: Ο ισχυρότερος νόμος του σύμπαντος αποκαλύπτεται

Το 2006, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο που έμελλε να αλλάξει ριζικά τις ζωές μας, αποκαλύπτοντας τον ισχυρότερο νόμο του σύμπαντος, τον νόμο της έλξης, και δείχνοντάς μας πώς με τη χρήση του, μπορούμε να πραγματοποιήσουμε οτιδήποτε θέλουμε να κάνουμε, να είμαστε ή να έχουμε. Ήταν το βιβλίο “Το μυστικό” της Rhonda Byrne.

Παρά την πρωτοφανή εκδοτική επιτυχία του βιβλίου και το τεράστιο πεδίο μελέτης και εφαρμογής που δημιούργησε, η Rhonda Byrne ένιωθε ότι δεν είχε τελειώσει ακόμη με την αναζήτησή της. «Διψούσε» για περισσότερη αλήθεια και κάτι μέσα της την παρότρυνε να συνεχίσει να ψάχνει, αν και δεν ήξερε για τι ακριβώς.

Ύστερα από δέκα χρόνια αδιάκοπης μελέτης, άσκησης και μαθητείας, ανακάλυψε ξαφνικά την αλήθεια που έψαχνε, που στην πραγματικότητα, είναι αυτό που όλοι αναζητούν, είτε το συνειδητοποιούν είτε όχι και τότε, κατάλαβε ότι η αναζήτησή της είχε λάβει τέλος. Το μόνο που έμενε πλέον για να κάνει, ήταν να κατανοήσει βαθιά αυτή την αλήθεια, να τη ζήσει απόλυτα και μετά, να τη μοιραστεί με τον κόσμο. Και αυτό ακριβώς έκανε.

Έτσι, εκδόθηκε το “Υπέρτατο Μυστικό” που πρόσφατα κυκλοφόρησε στη χώρα μας από τις εκδόσεις Πεδίο.

"Το Υπέρτατο Mυστικό": Ο ισχυρότερος νόμος του σύμπαντος αποκαλύπτεται

Ποιο είναι το υπέρτατο μυστικό που όπως λέει και η συγγραφέας, μπορεί να βάλει τέλος στον πόνο και να φέρει αιώνια γαλήνη και ευτυχία;

• Είναι η ανακάλυψη του αληθινού Εαυτού μας, που έχει τη δύναμη να μετατρέψει το σκοτάδι της άγνοιας σε φως καθαρής κατανόησης, σύμφωνα με την Rhonda Byrne.

Το να φτάσουμε να ανακαλύψουμε τον αληθινό μας εαυτό απαιτεί υπομονή, γνώση και μια μέθοδο, που θα ακολουθήσουμε βήμα βήμα, μαθαίνοντας αρχικά τι δεν είμαστε.
Θα δούμε το ρόλο που παίζει ο νους στη δημιουργία ενός φανταστικού εαυτού που μας μπερδεύει και μας κάνει να πιστεύουμε ότι είμαστε εκείνος.

Ένας βασικός στόχος αυτού του βιβλίου είναι να μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι οι σκέψεις μας δημιουργούν την πραγματικότητά μας και ότι πιστεύοντας τις σκέψεις μας, εμποδίζουμε τον εαυτό μας από το να ζει ως Επίγνωση που είναι η πραγματική μας φύση.

Όταν απελευθερωθούμε τελικά από την αυταρχική διακυβέρνηση του νου μας, τότε θα είμαστε πραγματικά ελεύθεροι. Ωστόσο, ο νους είναι ένα καταπληκτικό εργαλείο, προκειμένου να δημιουργήσουμε τη ζωή που θέλουμε μιας και είναι ο μαγνήτης των πραγμάτων που θέλουμε να αποκτήσουμε και υλοποιεί κάθε σκέψη που πιστεύουμε. Επομένως, το τι σκέψεις κάνουμε και σε ποιες σκέψεις πιστεύουμε, θα μας δείξει και τι είναι εκείνο που θα έλξουμε στη ζωή μας ή, αν θέλουμε να έχουμε τη ζωή που επιθυμούμε, θα πρέπει να κάνουμε και τις ανάλογες σκέψεις.

Στη συνέχεια, θα μάθουμε για τα συναισθήματα και τη δύναμή τους, για την τεράστια ποσότητα ενέργειας που απαιτούν για να διατηρηθούν τα αρνητικά συναισθήματα, για το βάρος των απωθημένων συναισθημάτων, γιατί πρέπει να αποταυτιστούμε από αυτά και πώς να τα εξαλείψουμε.

Δυο πολύτιμες πρακτικές μας παρουσιάζει η Rhonda Byrne προκειμένου να απαλλαγούμε από τα δηλητηριώδη αρνητικά συναισθήματα. Η μία είναι η πρακτική του καλωσορίσματος και η άλλη, της παραμονής ως Επίγνωση. Η δασκάλα της Rhonda λέει ότι όσο παραμένουμε ως Επίγνωση, τόσο αυτοκαθαριζόμαστε διότι η παγιδευμένη ενέργεια από το αρνητικό συναίσθημα ξετυλίγεται και απελευθερώνεται από το σώμα από μόνη της!

Ζώντας ως Επίγνωση, έρχεται και το τέλος του πόνου και των προβλημάτων γιατί αυτά ζουν χάρη στη μνήμη και τον νου.

Στη συνέχεια, θα μάθουμε πώς να απελευθερωνόμαστε από τα προβλήματά μας μια για πάντα, σύμφωνα με τη διδασκαλία που έδωσε η δασκάλα της Rhonda στην ίδια.
Οι περιοριστικές μας πεποιθήσεις και οι προσκολλήσεις μας και με ποιο τρόπο θα απαλλαγούμε από αυτές, είναι το τελευταίο που θα μάθουμε, πριν φτάσουμε στον τελικό μας στόχο, που είναι η επίτευξη της διαρκούς ευτυχίας. Στην πραγματικότητα, δεν είμαστε πλέον ευτυχισμένοι, είμαστε η ίδια η ευτυχία, γιατί η αληθινή μας φύση, η Επίγνωση, είναι ευτυχία.

Οι αποκαλύψεις που θα βρείτε μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου είναι πολλές και σημαντικές. Υπάρχουν ωστόσο και πολλές απλές πρακτικές που θα πρέπει να εφαρμόζετε συστηματικά και να μην τις παραμελείτε. Τα αποτελέσματα θα σας εκπλήξουν ευχάριστα.

Σύμφωνα με τη Rhonda: “Με κάθε βήμα που κάνετε μέσα από το βιβλίο, θα γίνετε πιο ευτυχισμένοι, η ζωή σας θα γίνει πιο αβίαστη, και αυτή η ευτυχία και η αβίαστη ροή θα συνεχίσουν να αυξάνονται χωρίς τέλος. Δεν θα σας μαστίζουν πλέον φόβος και αβεβαιότητα για το μέλλον. Κάθε άγχος και στρες για όσα παλεύετε καθημερινά ή για τα παγκόσμια γεγονότα θα διαλυθεί. Μπορείτε να ελευθερωθείτε από κάθε μορφή πόνου που ίσως αντιμετωπίζετε αυτήν τη στιγμή. Και όντως θα ελευθερωθείτε”.

 

Βιβλίο

Καπετάνιε, ανησυχώ πολύ λόγω της καραντίνας που μας επιβάλλεται στο λιμάνι.

– Τι σας ανησυχεί, αγαπητέ; Δεν έχετε αρκετό φαγητό; Δεν έχετε αρκετό ύπνο;

– Δεν είναι έτσι, καπετάνιε. Δεν μπορώ να κατέβω από το πλοίο, δεν μπορώ να πάω στην ξηρά και δεν αντέχω να μην μπορώ να αγκαλιάσω την οικογένειά μου.

-Και αν σας άφηναν να κατεβείτε και ήσασταν άρρωστοι και μεταδίδατε τον ιό θα νιώθατε ενοχή να μολύνετε κάποιον που δεν θα μπορούσε να αντέξει την ασθένεια;

– Δεν θα μπορούσα ποτέ να συγχωρήσω τον εαυτό μου εάν γινόταν κάτι τέτοιο, έστω και αν, για μένα τουλάχιστον σίγουρα, είναι φτιαχτή αυτή η πανούκλα.

– Θα μπορούσε να είναι. Αλλά αν δεν ήταν έτσι;

-Καταλαβαίνω τι εννοείς, αλλά αισθάνομαι στερημένος από την ελευθερία μου, καπετάνιε, νιώθω σαν να έχω στερηθεί κάτι.

-Στέρησε τότε τον εαυτό σας και από κάτι άλλο.

-Εσύ με κοροϊδεύεις;

– Όχι καθόλου. Αν στερείσαι από κάτι, χωρίς να ανταποκριθείς κατάλληλα, έχεις χάσει.

– Τότε, σύμφωνα με εσάς, αν παίρνουν κάτι από μένα, για να κερδίσω πρέπει να πάρω κάτι άλλο από τον εαυτό μου, οικειοθελώς;

-Αυτό ακριβώς. Το έκανα σε μια καραντίνα πριν από 7 χρόνια.

– Και τι κάνατε;

– Έπρεπε να περιμένω πάνω από 20 ημέρες μέσα στο πλοίο. Ήταν μήνες που περίμενα να πιάσουμε λιμάνι και να απολαύσω την άνοιξη στην ξηρά. Υπήρξε επιδημία. Στο λιμάνι τον Απρίλιο απαγορεύτηκε να βγούμε έξω. Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες. Ένιωσα σαν εσένα. Στη συνέχεια, άρχισα να αντιδρώ στις κρίσεις αυτές χρησιμοποιώντας τη λογική. Ήξερα ότι μετά από 21 ημέρες μιας οποιαδήποτε συμπεριφοράς δημιουργείται μια συνήθεια και αντί να θρηνώ, να παραπονιέμαι και να δημιουργεί καταστροφικές συνήθειες, άρχισα να συμπεριφέρομαι διαφορετικά στους άλλους. Σκέφτηκα εκείνους που έχουν πολλές στερήσεις κάθε μέρα από την δύσκολη ζωή τους και αποφάσισα να βγω νικητής. Ξεκίνησα με το φαγητό. Ανάγκασα τον εαυτό μου να τρώω το μισά από αυτό που συνήθως έτρωγα, τότε άρχισα να επιλέγω τα πιο εύπεπτα τρόφιμα, έτσι ώστε το σώμα μου να μην υπερφορτώνει. Άρχισα να θρέφω τον εαυτό μου με τρόφιμα που, κατά παράδοση, είχαν διατηρήσει τον άνθρωπο υγιή.

Το επόμενο βήμα ήταν να προσθέσω σε αυτό τον καθαρισμό των ανθυγιεινών σκέψεων και να έχω όλο και περισσότερες ανυψωμένες και ευγενείς σκέψεις. Με υποχρέωσα να διαβάζω τουλάχιστον μία σελίδα κάθε μέρα για ένα θέμα που δεν ήξερα. Αναγκάστηκα να κάνω ασκήσεις στη γέφυρα του πλοίου. Ένας γέρος σοφός Ινδός μου είχε πει χρόνια πριν ότι το σώμα ενδυναμώνει κρατώντας την αναπνοή. Με υποχρέωσα να παίρνω βαθιές αναπνοές κάθε πρωί. Νομίζω ότι οι πνεύμονές μου δεν είχαν φτάσει ποτέ σε τέτοια ικανότητα και δύναμη. Το απόγευμα ήταν η ώρα για προσευχή, ο καιρός να ευχαριστήσω κάθε οντότητα για το γεγονός ότι δεν μου έδωσε σοβαρές κακουχίες καθ’ όλη τη ζωή μου.

Ο σοφός Ινδός με είχε συμβουλεύσει επίσης να κατακτήσω τη συνήθεια να φαντάζομαι ένα άσπρο φως να εισέρχεται μέσα μου και να με κάνει πιο δυνατό. Λειτουργούσε επίσης και για τους αγαπημένους που ήταν μακριά και γι ‘αυτό ενσωμάτωσα αυτή την πρακτική στην καθημερινή μου ρουτίνα στο πλοίο.

Αντί να σκέφτομαι όλα όσα δεν μπορούσα να κάνω, σκεφτόμουνα όλα όσα θα έκανα όταν πατούσα το πόδι μου στην ξηρά. Παρακολουθούσα τις σκηνές της κάθε μου μέρας, τις ζούσα έντονα και απολάμβανα την αναμονή. Όλα όσα μπορούμε να πάρουμε αμέσως δεν είναι ποτέ ενδιαφέροντα. Η αναμονή εξυπηρετεί την επιθυμία και την ισχυροποίηση της. Είχα στερήσει στον εαυτό μου τα βλαβερά τρόφιμα, τα μπουκάλια ρούμι, την δυσπιστία και τα tacos. Είχα στερήσει στον εαυτό μου να παίζω χαρτιά, να κοιμάμαι πολύ, να τεμπελιάζω και να σκέφτομαι μόνο τι μου έχουν στερήσει.

– Και πώς κατέληξε όλο αυτό, καπετάνιε;

– Κατέκτησα όλες αυτές τις νέες συνήθειες. Με άφησαν να κατέβω από το πλοίο πολύ πιο μετά από το αναμενόμενο.

“Σας στέρησαν την άνοιξη, τότε;»

-Ναι, εκείνη τη χρονιά μου στέρησαν την άνοιξη και πολλά άλλα πράγματα, αλλά εγώ άνθισα. Είχα φέρει άνοιξη μέσα μου και κανείς και ποτέ δεν θα μπορούσε να μου το πάρει.

Carl Gustav Jung

https://athens.indymedia.org/

Βιβλίο

Μολονότι το μυθιστόρημά μου, ΜΟΙΡΟΛΟΪ, φέρει ελληνικό τίτλο, και μολονότι η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα ορεινό χωριό κάποιου νησιού, δεν πρόκειται για ελληνικό βιβλίο. Είναι μια επινοημένη ιστορία με θέμα τον κοινωνικό αποκλεισμό. Είναι η ιστορία ενός έκθετου παιδιού που αγωνίζεται για αναγνώριση. Είναι η ιστορία μιας νέας γυναίκας που κατακτά την αυτεξουσιότητα, που παίρνει τη ζωή της στα χέρια της και εξεγείρεται κατά των πατριαρχικών δομών.

Η ιστορία που αποτυπώνεται στο βιβλίο, η θρησκεία που περιγράφεται σε αυτό, οι άνθρωποι και οι νόμοι τους είναι δική μου επινόηση. Ωστόσο, η έμπνευση για το ΜΟΙΡΟΛΟΪ με κατέκλυσε παντελώς απροσδόκητα στην Ελλάδα. Χρωστώ πάρα πολλά στους ανθρώπους που με συνόδευαν, βοηθώντας με να φτάσω τη δουλειά μου λίγο παραπέρα, χρωστώ πάρα πολλά στην ελληνική κουλτούρα, στην εγκαρδιότητα και τη δεκτικότητα των ανθρώπων που είχα το προνόμιο να γνωρίσω. Και είμαι ευγνώμων για όλες εκείνες τις ιστορίες που οι άνθρωποι μοιράστηκαν μαζί μου, ιστορίες που πολλά στοιχεία τους εντάχθηκαν στο μυθιστόρημα. Πιθανόν πάρα πολλά.

Πώς ξεκίνησαν όλα: Το πρώτο μου βιβλίο είχε πια κυκλοφορήσει, ήμουν σε παρατεταμένη περιοδεία ανάγνωσης και πολύ εξαντλημένη, στην πραγματικότητα είχα φτάσει κυριολεκτικά στα όριά μου. Για τον λόγο αυτό, η ατζέντης μου μου είχε απαγορεύσει τη συγγραφή, παρότι ο εκδοτικός οίκος με τον οποίο συνεργάζομαι περίμενε ήδη αγωνιωδώς το επόμενο βιβλίο μου, ένα μυθιστόρημα την πλοκή του οποίου σκεφτόμουν να τοποθετήσω σε μια γερμανική μεγαλούπολη… Για να μπορέσω να ξεκουραστώ, ταξίδεψα με τον φίλο μου στην Ελλάδα. Ο πατέρας του φίλου μου είναι Έλληνας, και γι’ αυτό πηγαίνουμε κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μα τούτη τη φορά θέλαμε να δούμε κάτι καινούργιο, να μη μείνουμε, όπως τόσες και τόσες φορές, στο σπίτι της οικογένειας στην Πελοπόννησο, κι έτσι το Πάσχα πήγαμε στην Αμοργό. Και αυτό ήταν: τον ερωτεύτηκα αμέσως αυτόν τον θαυμάσιο τόπο.

Έπειτα από μια δυο μέρες βρήκα τυχαία, σ’ έναν όρμο, το τέλειο μέρος για ν’ αφοσιωθεί κανείς στο γράψιμο, μια ταβέρνα: άδεια από κόσμο, με θέα τη θάλασσα… Παρήγγειλα έναν ελληνικό καφέ και σκέφτηκα: Χμ! Αν η ατζέντης μου δε μου είχε απαγορεύσει να γράφω, εδώ θα ήταν το ιδανικό μέρος για να δουλέψω. Ο Θανάσης έφερε ρακή, το κασετόφωνο έπαιζε ρεμπέτικα. Πήγαινα λοιπόν κάθε μέρα τις ώρες της μεσημεριανής κάψας, καθόμουν εκεί, αγνάντευα τη θάλασσα, σκεφτόμουν ότι απαγορευόταν να γράψω, και τα απογεύματα έπαιρνα τα βουνά.

Την πέμπτη ημέρα πήρα μαζί μου στην ταβέρνα το καταταλαιπωρημένο μου λάπτοπ, που η μπαταρία του επαρκούσε πια μόνο για δύο ώρες, το άνοιξα και άρχισα να γράφω «κρυφά» το πρώτο μου μυθιστόρημα: Εκείνη την ιστορία που διαδραματιζόταν σε μια γερμανική μεγαλούπολη, όπως προανέφερα. Τι βαρετό… Και, τι να πω, σχεδόν έσπαγα τα δάχτυλά μου στο πληκτρολόγιο, τόσο αργά και κοπιαστικά προχωρούσε το πράγμα.

Σ’ ένα φανταστικό νησί κάπου στις ελληνικές θάλασσες, υπάρχει ένα μοναδικό χωριό. Το όνομά του; Όμορφο Χωριό. Είναι όντως τόσο όμορφο;
Το χωριό δε διαθέτει ηλεκτρικό ρεύμα, δεν έχει καταστήματα, πέρα από έναν φούρνο, ένα σιδεράδικο, έναν μύλο κι ένα καπηλειό. Ό,τι παράγει μοιράζεται από τους Πρεσβύτερους εξίσου σε κάθε οικογένεια, και οι χωριανοί ανταλλάσσουν μεταξύ τους προϊόντα και υπηρεσίες. Οι άντρες αποφασίζουν για όλα σαν ανώτερα όντα, ενώ οι γυναίκες δεν έχουν κανένα απολύτως δικαίωμα∙ καθήκον τους είναι να παντρευτούν όποιον τους επιβληθεί, να κάνουν παιδιά, να φροντίζουν τα χωράφια και το σπίτι.

Ύστερα από μια δυο μέρες άρχισα ξάφνου ν’ ακούω μια φωνή μες στ’ αυτί μου, την άκουγα μόλις άνοιγα το λάπτοπ. Και η φωνή αυτή δεν είχε καμία σχέση με αυτό που έγραφα, ανήκε σε μια παντελώς διαφορετική ιστορία, σε μια παντελώς διαφορετική φιγούρα, και δεν έλεγε να σωπάσει! Κάποια στιγμή αυτό έγινε τόσο εκνευριστικό, που σκέφτηκα: Δε βαριέσαι, σήμερα θα γράφω αυτά που λέει τούτη η φωνή, έτσι θα τα βγάλω από μέσα μου και θα μπορέσω να συνεχίσω με την ησυχία μου τη δουλειά μου.

Άρχισα: Πρώτη Στροφή (Ο δρόμος).

Ήμουν απ’ την αρχή τόσο άσχημη, που η μητέρα μου προτίμησε να μ’ αφήσει εδώ παρά να με κρατήσει.

Οι πρώτες αράδες στο ΜΟΙΡΟΛΟΪ!

Δεν έχω ιδέα από πού ήρθαν. Συνέχισα να γράφω, δε σταματούσα, κάποια στιγμή μού τέλειωσε η μπαταρία, αποθήκευσα το αρχείο βάζοντας απλώς έναν αστερίσκο αντί ονόματος, γιατί δεν ήξερα ακόμα τι ήταν αυτό ή τι έμελλε να γίνει και δεν είχα όνομα να του δώσω. Την επόμενη μέρα άνοιξα το αρχείο της προηγούμενης και συνέχισα να γράφω, ξανά ώσπου να τελειώσει η μπαταρία. Κι αυτό γινόταν κάθε μέρα, έτσι στα καλά καθούμενα. Ήμουν σαν σε μέθη. Όταν τέλειωνε η μπαταρία, άρχιζα να σκιτσάρω και να γράφω σε ένα σημειωματάριο. Είχα πολλές ερωτήσεις να κάνω στο κείμενο, σ’ εκείνον τον επινοημένο κόσμο, που δεν υπήρχε πουθενά κι όμως υπήρχε ακριβώς εκεί, ακριβώς σε εκείνο το νησί. Μόνο διαφορετικός. Πιο καθολικός κατά κάποιο τρόπο. Επινόησα μια θρησκεία, μια κοινωνία, ένα αξιακό σύστημα. Επινόησα ονόματα ζώων, οχιά η θεομπαίχτρα, ονόματα φυτών, πανβοτάνι, ένα ιερό βιβλίο με το όνομα Κοραβέλ.

Και οι μέρες περνούσαν, τα πρωινά έγραφα, τα μεσημέρια κολυμπούσα, τα απομεσήμερα έπαιρνα τα βουνά. Ρουφούσα τα πάντα μέσα μου.

Πλησίαζε η ημερομηνία αναχώρησης, κι εγώ έγραφα σαν μανιακή την ιστορία, στην οποία ωστόσο είχα δώσει στο μεταξύ τον τίτλο Το τραγούδι. Έπειτα από μερικές μέρες τον άλλαξα και τον έκανα Το χωριό, όμως και πάλι δεν ήμουν ικανοποιημένη. Συνολικά έμεινα σχεδόν εννέα εβδομάδες στην Αμοργό.

Με την επιστροφή στο Αμβούργο άρχισα να κάνω σκέψεις σχετικά με το κείμενο, για το τι κείμενο ήταν στ’ αλήθεια, τι ήθελα να το κάνω, ποια ήταν τα θέματά μου, ποια τα όριά μου, που με έκαναν ξανά και ξανά να αποτυγχάνω… Αποφάσισα ότι την επόμενη χρονιά θα ξαναπήγαινα στο νησί και θα έμενα ακόμα περισσότερο. Τούτη τη φορά ήθελα να μάθω πιο πολλά για τους ανθρώπους, για τη φύση, για τον ρυθμό της δουλειάς την εποχή που το νησί δεν είχε ακόμα ηλεκτρικό ρεύμα. Σκόπευα να επιστρέψω και να πάρω συνεντεύξεις. Το κείμενο δεν το ξανάγγιξα στη Γερμανία, το άφησα στην άκρη, ωστόσο κατά την έρευνά μου έπεσα πάνω στην έννοια Μοιρολόι και κατάλαβα αμέσως πως αυτός ήταν ο σωστός τίτλος. Ταίριαζε απόλυτα, αφού η ιστορία είχε ήδη πάρει τη μορφή στροφών, καθώς επρόκειτο για τραγούδι. Στο μεταξύ ήξερα επίσης ότι το κείμενο θα γινόταν μυθιστόρημα. Υπέβαλα αίτηση για μια ερευνητική υποτροφία, η οποία τελικά εγκρίθηκε, και τα χρήματα τα χρησιμοποίησα για το ταξίδι και για το κόστος των ενοικίων, καθώς και για την αμοιβή ενός διερμηνέα και μιας διερμηνέως, που τους χρειαζόμουν για τις συνεντεύξεις. Το επόμενο Πάσχα, ακριβώς έναν χρόνο αργότερα, βρέθηκα και πάλι στην Αμοργό, και ήμουν και πάλι μαγεμένη. Και όσο περισσότερα μάθαινα, τόσο μεγάλωνε η περιέργειά μου. Έμαθα πολλά, ρωτούσα πολλά, παρατηρούσα, συνέλεγα, μαγείρευα για ανθρώπους που έγιναν φίλοι μου. Επιτέλους οι πρώτες συνεντεύξεις με ηλικιωμένους ανθρώπους, είχα τόσο πολλές ερωτήσεις, ιδίως για το πώς ήταν η ζωή στο νησί προτού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα. Σήμερα, ως άνθρωποι που ζούμε σε αστικά περιβάλλοντα και ως digital natives, δεν είμαστε, κάποιες φορές, σε θέση να φανταστούμε το πώς ήταν μια τέτοια ζωή.

Μερικές συνεντεύξεις από εκείνη την εποχή μού φέρνουν ακόμα και σήμερα δάκρυα στα μάτια. Μιλούσαν για βίαιες εμπειρίες, και για σεξουαλικά βίαιες εμπειρίες, που είναι και για μένα το μεγάλο θέμα της ζωής μου. Μα μου έρχονται δάκρυα και επειδή η ταπεινότητα ενός συγκεκριμένου ανθρώπου από τον οποίο είχα πάρει συνέντευξη με συγκινεί ακόμα τόσο πολύ.

Αυτή τη φορά έμεινα σχεδόν τρεις μήνες, έκανα έρευνα, έγραφα, κρατούσα σημειώσεις· ύστερα έφυγα με βαριά καρδιά για την πατρίδα μου και συνέχισα εκεί τη συγγραφή του βιβλίου. Στο σπίτι μου στο Αμβούργο έχω και γραφείο, έναν χώρο μόνο για να γράφω. Όποτε η δημιουργικότητά μου είναι μπλοκαρισμένη, καταπιάνομαι και με τη χειροτεχνία: ζωγραφίζω, ράβω, πλέκω με βελονάκι, κεντάω, σκιτσάρω, ώσπου να είμαι ξανά σε θέση να γράψω… Σε έναν τοίχο του γραφείου μου είχα κρεμάσει σταδιακά τα πάντα: Τις εικόνες που είχαν δημιουργηθεί –είχα ζωγραφίσει όλους τους κατοίκους του χωριού–, σχέδια υφαντά, κεντημένα, μα και φωτογραφίες, οστά ζώων, φτερά, πράγματα που είχα βρει στην Ελλάδα. Όταν ο φίλος μου είδε μια φορά αυτό το γραφείο (κανονικά δεν αφήνω κανέναν να μπει) είπε: «Ω, Θεέ μου. Βρέθηκα μες στο δημιουργικό σου κεφάλι».

Συνολικά, η συγγραφή του μυθιστορήματος διήρκεσε τρία χρόνια. Άφηνα το γραπτό στην άκρη ξανά και ξανά, το ξαναδούλευα ξανά και ξανά, και κατόπιν συνέχιζα να γράφω.

Πολλοί κάνουν μια φεμινιστική ανάγνωση του μυθιστορήματος. Εγώ κάνω και μια ουμανιστική ανάγνωση. Η κεντρική ηρωίδα θέτει απαιτήσεις για μια ισότιμη ζωή και συνάμα εξετάζει λεπτομερώς τις υπάρχουσες εξουσιαστικές δομές. Από τη θρησκεία, τους νόμους, μέχρι τις αιωνίως ισχύουσες παραδόσεις. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζουν η ισότιμη πρόσβαση στη μόρφωση, η αποδοχή από την κοινότητα και η αγάπη/αναγνώριση που σου δείχνει ένας άλλος άνθρωπος.

Ζω σε μια μεγαλούπολη της Γερμανίας, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς πως το μυθιστόρημα είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα της ζωής μου. Δεν είναι όμως, διότι οι μηχανισμοί που δρουν στο ΜΟΙΡΟΛΟΪ είναι οι ίδιοι που δρουν και στη δική μου κοινωνία: Ισοτιμία στην εργασία; Χα χα! Ίσες απολαβές; Χα χα! Η Γερμανία βρίσκεται πολύ πίσω από πάρα πολλές ευρωπαϊκές χώρες! Ισότιμη εκπροσώπηση σε ακαδημαϊκούς κλάδους; Σε καμία περίπτωση! Καθημερινά, ένας άντρας προσπαθεί κάπου στη Γερμανία να σκοτώσει τη σύντροφό του ή την πρώην σύντροφό του. Κάθε τρίτη μέρα, ένας άντρας το καταφέρνει. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική δε μιλά για γυναικοκτονίες. Στο διαδίκτυο υπάρχουν φόρουμ με μισογυνικό περιεχόμενο. Ηλεκτρονικά παιχνίδια με βιασμούς. Νεότερες έρευνες δείχνουν μάλιστα συνάφεια μεταξύ του μισογυνισμού και της ακροδεξιάς ιδεολογίας. Και γι’ αυτό τιμώ τόσο πολύ την Ελληνίδα δικαστή Μαρία Λεπενιώτη! Μου δίνει ελπίδα, την οποία χρειαζόμαστε οι γυναίκες παντού στον κόσμο. https://www.psichogios.gr/

Βιβλίο

Η ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Α. ΚΑΠΠΑΤΟΥ, με τις γνώσεις, την εγκυρότητα και την πολυετή της εμπειρία από χιλιάδες οικογένειες που την εμπιστεύτηκαν από το 1986 έως σήμερα, πιστή στην ετήσια συνάντηση μαζί σας, ετοίμασε για το 2021 ένα διαφορετικό ημερολόγιο, το οποίο αφιερώνει σε όλη την οικογένεια αλλά κυρίως στους μικρούς ή μεγάλους πρωταγωνιστές της ζωής μας, στα παιδιά μας, τα οποία αξίζουν τον σεβασμό, την προσοχή και την αγάπη μας.

Στις σελίδες αυτού του ημερολογίου θα βρείτε συμβουλές για διάφορα θέματα που σας απασχολούν στην καθημερινότητα: η σχέση με τον σύντροφό σας, ο ύπνος των παιδιών, η διατροφή, το σχολείο, οι φιλίες, ο εκφοβισμός, τρόποι για την ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, η σεξουαλικότητα. Επειδή αναμφίβολα γονιός δεν γεννιέσαι αλλά γίνεσαι, το ημερολόγιο του 2021 έρχεται να σας συντροφεύσει όλη τη χρονιά και να σας στηρίξει στον γονικό αλλά και στον συντροφικό σας ρόλο.

 

https://akappatou.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.