Ιανουαρίου 18, 2022

Ποίηση

Τυχαίνει καμιά φορά, ο χειμώνας, κακιωμένος λες με την ανθρώπινη ανεπάρκεια, να συμμαχεί μ’ ένα σκληρό φθινόπωρο και να δουλεύουν από κοινού. Στο σκοτεινιασμένο, ομιχλώδη αέρα στροβιλίζονται τότε βροχή και χιόνι ταυτόχρονα. Ο άνεμος, υγρός, κρύος, διαπεραστικός, με ανεξάντλητη κακία χτυπάει στα παράθυρα και στις στέγες. Ουρλιάζει στις καπνοδόχους και κλαίει στους εξαερισμούς. Στη σκοτεινή, σαν καπνιά, ατμόσφαιρα κρέμεται η θλίψη… Η φύση είναι αναστατωμένη… Υγρασία, κρύο και φρίκη…

Τέτοιος ακριβώς ήταν ο καιρός τη νύχτα των Χριστουγέννων του 1882, τότε που δε συγκαταλεγόμουν ακόμα στην κοινωνία των φυλακισμένων, αλλά υπηρετούσα ως εκτιμητής στο ενεχυροδανειστήριο του εν αποστρατεία λοχαγού Τουπάγεφ.

Η ώρα ήταν δώδεκα. Η αποθήκη, στην οποία κατόπιν απαιτήσεως του αφεντικού είχα το νυχτερινό μου κατάλυμα, και παρίστανα το τσομπανόσκυλο, φωτιζόταν αμυδρά από το γαλάζιο φως ενός καντηλιού. Ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο, φίσκα στα μπαούλα, τα ζεμπίλια, τα ράφια… Στους γκρίζους ξύλινους τοίχους, από τις χαραμάδες των οποίων ξεπρόβαλλαν βρόμικα στουπιά, κρέμονταν παλτά από γούνες λαγών, γάντζοι, όπλα, πίνακες, φωτιστικά, μια κιθάρα… Εγώ, υποχρεωμένος να φυλάω τις νύχτες όλα αυτά τα αγαθά, ξάπλωνα πάνω σε ένα μεγάλο κόκκινο μπαούλο πίσω από την προθήκη με τα πολύτιμα αντικείμενα και συλλογισμένος κοιτούσα το φως του καντηλιού…

Για κάποιο λόγο, ένιωθα φόβο. Τα πράγματα που φυλάσσονται σε ενεχυροδανειστήρια είναι τρομαχτικά… Τη νύχτα, στο αμυδρό φως του καντηλιού μοιάζουν ζωντανά… Τώρα μάλιστα, που έξω από το παράθυρο κλαψούριζε η βροχή, και στο τζάκι και πάνω από τη στέγη λυπητερά αλυκτούσε ο αέρας, μου φαινόταν πως άκουγα τους λυπητερούς τους ήχους. Πριν καταλήξουν εδώ, έπρεπε να περάσουν από τα χέρια του εκτιμητή, δηλαδή από τα δικά μου, γι’ αυτό και ήξερα τα πάντα για το καθένα από αυτά… Ήξερα, για παράδειγμα, ότι με τα λεφτά που δόθηκαν γι’ αυτή την κιθάρα, αγοράστηκαν φάρμακα για το βήχα της φθίσης… Ότι με το πιστόλι εκείνο αυτοκτόνησε ένας αλκοολικός. Η γυναίκα του έκρυψε το πιστόλι από την αστυνομία, το ενεχυρίασε σε μας και αγόρασε το φέρετρο. Το βραχιόλι που με κοιτάζει από την προθήκη, το έφερε ο ίδιος άνθρωπος που το είχε κλέψει… Δυο κεντητά μεσοφόρια, με το νούμερο 178, υποθηκεύτηκαν από μια κοπέλα, που χρειαζόταν ένα ρούβλι για την είσοδο στο Salon, όπου είχε αποφασίσει να δουλέψει προσφέροντας τον εαυτό της… Εν ολίγοις, σε καθένα από τα αντικείμενα διάβαζα την αδιέξοδη θλίψη, την αρρώστια, το έγκλημα, την ακολασία επί χρήμασι…

Τη νύχτα των Χριστουγέννων τα αντικείμενα αυτά είχαν γίνει ιδιαιτέρως εύγλωττα.

«Άσε μας να φύγουμε!…» μου φαινόταν πως κλαψούριζαν, μαζί με τον αέρα. «Άφησέ μας!»

Όμως, δεν ήταν μόνο τα πράγματα που ξυπνούσαν μέσα μου το φόβο. Κάθε φορά που πρόβαλλα το κεφάλι μου πίσω από την προθήκη και έριχνα μια δειλή ματιά στο σκοτεινό, αχνισμένο παράθυρο μου φαινόταν ότι από το δρόμο κοιτούσαν την αποθήκη ανθρώπινα πρόσωπα.

«Τι ανοησία!» παραμιλούσα. «Τι βλακώδεις ευαισθησίες!»

Το θέμα είναι ότι τον άνθρωπο που η φύση τον προίκισε με νεύρα εκτιμητή, τη νύχτα των Χριστουγέννων τον έτυπτε η συνείδησή του — ένα συμβάν απίστευτο και εξωπραγματικό στ’
αλήθεια. Η συνείδηση στα ενεχυροδανειστήρια υπάρχει μόνο σε υποθηκευμένη μορφή. Εδώ γίνεται αποδεκτή ως προϊόν αγοράς και πώλησης, άλλες ιδιότητες δεν της αναγνωρίζονται… Παράξενο, από πού μπόρεσε να μου προκύψει εμένα; Στριφογύριζα από το ένα πλευρό στο άλλο, πάνω στο σκληρό σεντούκι, και μισοκλείνοντας τα μάτια μπροστά στο τρεμουλιαστό φως του καντηλιού προσπαθούσα, με όλες μου τις δυνάμεις, να καταπνίξω μέσα μου το καινούργιο, ανεπίτρεπτο συναίσθημα. Οι προσπάθειες όμως ήταν μάταιες…

Βεβαίως, εν μέρει ευθυνόταν γι’ αυτό η σωματική και ψυχική εξάντληση μετά την κουραστική ολοήμερη δουλειά. Τις παραμονές των Χριστουγέννων πλήθη φτωχών ανθρώπων τρέχουν στο
ενεχυροδανειστήριο. Σε μια μεγάλη γιορτή, και επιπλέον με τόσο κακό καιρό, η φτώχεια δεν είναι απλώς ένα μειονέκτημα, είναι τρομερή δυστυχία! Κάτι τέτοιες ώρες, ο φτωχός ζητάει από το ενεχυροδανειστήριο ένα κομμάτι παστό κρέας, αλλά στη θέση του παίρνει ένα ξεροκόμματο… Την παραμονή των Χριστουγέννων είχαμε τόσο κόσμο, που τα τρία τέταρτα των υποθηκευμένων, ελλείψει χώρου, αναγκαστήκαμε να τα πάμε στην αποθήκη. Από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ, χωρίς ούτε λεπτό διάλειμμα, διαπραγματευόμουν με τους εξαθλιωμένους αυτούς το τελευταίο ρούβλι, το τελευταίο καπίκι, έβλεπα τα δάκρυα, άκουγα τα μάταια παρακάλια… Στο τέλος της ημέρας μόλις που κρατιόμουν όρθιος. Είχαν αποκάμει η ψυχή και τα πόδια μου. Δεν είναι περίεργο που δεν μπορούσα να κοιμηθώ τώρα, που στριφογύριζα από πλευρό σε πλευρό και ένιωθα απαίσια…

Κάποιος χτύπησε δειλά την πόρτα… Κατόπιν άκουσα τη φωνή του αφεντικού μου:

«Κοιμόσαστε, Πιοτρ Ντεμιάνιτς;»

«Όχι ακόμα. Τι συμβαίνει;»

«Να, ξέρετε, σκέφτομαι, μήπως ανοίγαμε αύριο, νωρίς νωρίς; Η γιορτή είναι μεγάλη, και ο καιρός απαίσιος. Η φτωχολογιά θα ορμήσει όπως οι μύγες στο μέλι. Γι’ αυτό λοιπόν μην πάτε αύριο στη λειτουργία, να κάτσετε στο ταμείο… Καληνύχτα σας!»

«Νιώθω τόσο άθλια», κατέληξα μόλις έφυγε το αφεντικό, «επειδή τρεμοπαίζει το καντήλι… Πρέπει να το σβήσω…»

Σηκώθηκα και πήγα στη γωνία όπου κρεμόταν το καντήλι. Η γαλάζια φλόγα ψυχορραγούσε αναβοσβήνοντας. Κάθε λαμπύρισμά της φώτιζε φευγαλέα την εικόνα, τους τοίχους, τα σακούλια, το σκοτεινό παράθυρο… Και στο παράθυρο δυο χλομά πρόσωπα, κολλημένα στα τζάμια, κοιτούσαν μέσα.

«Δεν είναι κανείς εκεί…» συλλογίστηκα… «Απλώς το φαντάζομαι».

Μόλις έσβησα το καντήλι και τράβηξα ψηλαφητά για το κρεβάτι μου, συνέβη ένα μικροσυμβάν που η επίδρασή του στη μετέπειτα διάθεσή μου δεν ήταν μικρή… Πάνω από το κεφάλι μου, ξάφνου, ακούστηκε ένας δυνατός, μανιασμένα τσιριχτός ήχος, που διήρκεσε όχι περισσότερο από ένα δευτερόλεπτο. Κάτι ταρακουνήθηκε, και σαν να με διαπέρασε τρομαχτικός πόνος, ούρλιαξα δυνατά.

Είχε σπάσει η πέμπτη χορδή της κιθάρας, κι εγώ, πανικόβλητος, σκοντάφτοντας στα σεντούκια και τα σακούλια, έτρεξα στο κρεβάτι… Έχωσα το κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι και αναπνέοντας με δυσκολία, κοκαλωμένος από το φόβο, άρχισα να αφουγκράζομαι.

«Άφησέ μας να φύγουμε!» έκλαιγε ο άνεμος μαζί με τα αντικείμενα. «Χάριν της γιορτής, άφησέ μας! Είσαι κι εσύ φτωχός, πρέπει να καταλάβεις! Ένιωσες κι εσύ την πείνα και το κρύο! Ελευθέρωσέ μας!»

Ναι, ήμουν κι εγώ φτωχός και ήξερα τι θα πει κρύο και πείνα. Η φτώχεια με έσπρωξε να πάρω αυτή την καταραμένη θέση του εκτιμητή, η φτώχεια με έκανε για ένα κομμάτι ψωμί να περιφρονώ τον πόνο και τα δάκρυα. Αν δεν ήταν η φτώχεια, θα είχα άραγε το θάρρος να εκτιμώ σε χρήμα αυτό που αξίζουν η υγεία, η ζεστασιά, οι γιορτινές χαρές; Γιατί με κατακρίνει ο άνεμος, γιατί με κατατρώει η συνείδησή μου;

Όμως, όσο κι αν χτυπούσε η καρδιά μου, όσο κι αν με ροκάνιζαν ο φόβος και οι τύψεις συνειδήσεως, η κούραση υπερίσχυσε. Αποκοιμήθηκα. Ο ύπνος ήταν ελαφρύς… Άκουσα και πάλι το αφεντικό να χτυπάει την πόρτα, τις καμπάνες για τον όρθρο… Άκουσα το βουητό του ανέμου και τη βροχή που έπεφτε στη στέγη. Τα μάτια μου έμεναν κλειστά, αλλά έβλεπα τα πράγματα, την προθήκη, το σκοτεινό παράθυρο, την εικόνα. Τα αντικείμενα στριμώχνονταν γύρω μου, και, ανοιγοκλείνοντας τα μάτια τους, μου ζητούσαν να τα αφήσω να γυρίσουν σπίτια τους. Στην κιθάρα, τρίζοντας διαπεραστικά, έσπαγαν η μια μετά την άλλη οι χορδές, έσπαγαν χωρίς τελειωμό… Από το παράθυρο κοιτούσαν φτωχοί, γριές, πόρνες, περιμένοντας πότε θα ανοίξει το μαγαζί για να τους επιστρέψω τα πράγματά τους.

Μέσα στον ύπνο μου άκουσα κάτι να γριτσανίζει, κάτι σαν ποντίκι. Γριτσάνιζε για πολύ και μονότονα. Στριφογύρισα και κουλουριάστηκα, γιατί ένιωσα δυνατό κρύο και υγρασία. Τραβώντας πάνω μου την κουβέρτα, άκουσα θρόισμα και ανθρώπινο ψίθυρο.

«Τι άσχημο όνειρο!» σκεφτόμουνα. «Απαίσιο! Να ξυπνούσα καλύτερα!»

Κάτι γυάλινο έπεσε και έσπασε. Πίσω από την προθήκη τρεμόπαιξε μια λάμψη και στο ταβάνι απλώθηκε ένα φως.

«Μη χτυπάς!» ακούστηκε ένας ψίθυρος. «Θα ξυπνήσεις αυτό τον Ηρώδη… Βγάλε τις μπότες σου!»

Κάποιος πλησίασε την προθήκη, με κοίταξε και άγγιξε την κλειδαριά. Ήταν ένας γενειοφόρος γέρος, με χλομό, ισχνό πρόσωπο, σκισμένο στρατιωτικό αμπέχονο και στιβάνια. Τον πλησίασε ένας ψηλός αδύνατος νεαρός με υπερβολικά μακριά χέρια, ριχτή πουκαμίσα και κοντό, σκισμένο μπουφάν. Κάτι ψιθύρισαν μεταξύ τους και βάλθηκαν να παλεύουν με την προθήκη.

«Μας ληστεύουν», άστραψε η σκέψη στο μυαλό μου.

Αν και κοιμόμουν, Θυμήθηκα πως κάτω από το μαξιλάρι μου βρισκόταν πάντα ένα πιστόλι. Το βρήκα και το έσφιξα στο χέρι μου. Στην προθήκη βρόντηξε το τζάμι.

«Σιγότερα, θα τον ξυπνήσεις. Και τότε θα χρειαστεί να τον καθαρίσουμε».

Στη συνέχεια θυμάμαι ότι φώναξα με μια βαθιά, άγρια κραυγή, και φοβισμένος από την ίδια μου τη φωνή πετάχτηκα πάνω. Ο γέρος και ο νεαρός απλώνοντας τα χέρια όρμησαν προς το μέρος μου, αλλά βλέποντας το πιστόλι πισωπάτησαν. Θυμάμαι πως ένα λεπτό αργότερα στέκονταν μπροστά μου κατάχλομοι, και ανοιγοκλείνοντας κλαψιάρικα τα μάτια με ικέτευαν να τους αφήσω να φύγουν. Από το σπασμένο παράθυρο ορμούσε με δύναμη ο άνεμος και έπαιζε με τη φλόγα του κεριού που είχαν ανάψει οι κλέφτες.

«Ευγενέστατε», είπε κάποιος από το παράθυρο με κλαψιάρικη φωνή. «Ευεργέτη μας! Λυπήσου
μας!»

Κοίταξα έξω από το παράθυρο και είδα ένα γερασμένο γυναικείο πρόσωπο, χλομό, κάτισχνο, μουσκεμένο από τη βροχή.

«Μην τους πειράξεις! Άφησέ τους να φύγουν!» έκλαιγε και με κοιτούσε ικετευτικά. «Η φτώχεια
φταίει για όλα!»

«Η φτώχεια!» με διαβεβαίωσε κι ο γέρος.

«Η φτώχεια!» τραγούδησε κι ο άνεμος.

Μου σφίχτηκε από τον πόνο η ψυχή και, για να ξυπνήσω, τσίμπησα τον εαυτό μου… Όμως, αντί να ξυπνήσω, στάθηκα μπροστά στην προθήκη, άρχισα να βγάζω πράγματα και να τα χώνω πυρετωδώς στις τσέπες του γέρου και του νεαρού.

«Πάρτε τα, και γρήγορα!» είπα λαχανιασμένα. «Αύριο είναι γιορτή κι εσείς είστε φτωχοί! Πάρτε
τα!»

Αφού παραγέμισα τις τσέπες τους, τύλιξα τα υπόλοιπα πολύτιμα αντικείμενα σε ένα πανί, του
έκανα ένα κόμπο και τα πέταξα στη γριά. Έδωσα από το παράθυρο στη γριά μια γούνα, ένα ζεμπίλι με ένα μαύρο ζευγάρι μαύρα κεντητά μεσοφόρια και την κιθάρα. Υπάρχουν κάτι παράξενα όνειρα! Μετά, θυμάμαι ότι έτριξε η πόρτα. Ακριβώς σαν να ξεφύτρωσαν από τη γη, εμφανίστηκαν μπροστά μου το αφεντικό, οι φύλακες και οι αστυνόμοι. Το αφεντικό στάθηκε δίπλα μου, εγώ έκανα ότι δεν το βλέπω, και συνέχισα να δένω τα ζεμπίλια.

«Τι κάνεις εκεί, παλιάνθρωπε;»

«Αύριο είναι γιορτή», απαντάω εγώ, «πρέπει να φάνε κι αυτοί».

Στο σημείο αυτό η κουρτίνα πέφτει, μετά ξανασηκώνεται, και βλέπω τότε μια καινούργια διακόσμηση. Δεν είμαι πια στο ενεχυροδανειστήριο, αλλά σε ένα άλλο μέρος. Δίπλα μου περνάει
ένας φύλακας, μου αφήνει για τη νύχτα μια κούπα νερό και μουρμουρίζει: «Για φαντάσου! Για φαντάσου, τι κατέβασε το μυαλό του, παραμονές γιορτών!»

Όταν ξύπνησα, είχε πια φέξει. Η βροχή δε χτυπούσε στο παράθυρο, κι ο άνεμος δε βούιζε. Στον τοίχο έπαιζε χαρούμενα ένας γιορτινός ήλιος. Ο πρώτος που μου ευχήθηκε για τη γιορτή ήταν ο
αστυνόμος.

«Και καλώς ήρθες…» πρόσθεσε.

Ένα μήνα αργότερα με δίκασαν. Για ποιο λόγο; Εγώ διαβεβαίωνα τους δικαστές ότι εκείνο ήταν ένα όνειρο, ότι δεν είναι δίκαιο να δικάσεις έναν άνθρωπο για τον εφιάλτη του. Κρίνετε και μόνοι σας, πώς θα μπορούσα να δώσω τα ξένα πράγματα σε παλιανθρώπους και κλέφτες; Και πού ξανακούστηκε να δίνεις κάτι χωρίς να απαιτείς αντίτιμο; Το δικαστήριο όμως εξέλαβε το όνειρο για πραγματικότητα και με καταδίκασε. Τώρα είμαι στη φυλακή. Μήπως θα μπορούσατε, ευγενέστατε, να πείτε κάτι σε κανέναν για μένα; Μα τον Θεό, δε φταίω.

https://dromospoihshs.home.blog/

Ποίηση

Ανάξιο Β’

Πόσες φορές με την ψυχή μου σ’ είδα
ν’ ακουμπάς σε μια μαρμαροκολώνα
του φεγγαροβρεμένου Παρθενώνα
σα σε κρίνο απαλό μάγου άστρου αχτίδα.

Και τώρα απ τη μεγάλη Πυραμίδα
ανάερα πλες με αθανασίας κορώνα,
σα να εζούσες ισόθεη στον αιώνα
των ωραίων και υψηλών αντιφεγγίδα.

Σα θα ξανάμαι αγνάντια σου, και ομπρός μου
θα λάμπουν τα δυο μάτια σου, θα λέω
πως βλέπω όλα τα θάματα του κόσμου,

πως αγκαλιάζω ό,τι υψηλό και ωραίο,
και ξεψυχώντας στο φως της ειδής σου
τη γλύκα θ’ αγροικώ του Παραδείσου.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΛΑΥΡΕΝΤΙΟΣ (ΛΟΡΕΝΤΖΟΣ) ΜΑΒΙΛΗΣ

Ποιητής και μεταφραστής, τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής. Γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη...


Λορέντζος Μαβίλης (1860 – 1912)

Ποιητής και μεταφραστής, τελευταίος εκπρόσωπος της Επτανησιακής Σχολής και μάλιστα του κερκυραϊκού κύκλου.

Ο Λορέντζος Μαβίλης γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου 1860 στην Ιθάκη, όπου ο ισπανικής καταγωγής πατέρας του, Παύλος Μαβίλης, υπηρετούσε ως δικαστικός. Η μητέρα του, Ιωάννα Σούφη, ήταν ανηψιά του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Ο Μαβίλης τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στην Κέρκυρα και φοίτησε για ένα χρόνο (1877-1878) στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια Μονάχου και Φράιμπουργκ (1878-1890), όπου παρακολούθησε μαθήματα κλασικής φιλολογίας, αρχαιολογίας και σανσκριτικών, ενώ μελέτησε τα φιλοσοφικά συστήματα των μεγάλων Γερμανών φιλοσόφων Καντ, Φίχτε και Σοπεγχάουερ. Το 1890 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ φιλοσοφίας από το Πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν με τη διατριβή «Δύο βιεννέζικα χειρόγραφα του Ιωάννη Σκυλίτζη».

Ο Μαβίλης δεν ήταν μόνο άνθρωπος του πνεύματος, αλλά και της δράσης. Φλογερός πατριώτης, συμμετείχε ενεργά στους απελευθερωτικούς αγώνες του έθνους. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα αγωνίστηκε ως επικεφαλής επαναστατικής ομάδας στην Κρήτη και τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του άτυχου ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Μετά την επάνοδό του στην Κέρκυρα έγραψε μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του και ασχολήθηκε με το γλωσσικό ζήτημα, που το θεωρούσε συνδεδεμένο με το εθνικό.

Το 1910 εκλέγεται βουλευτής Κερκύρας υπό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Ο λόγος του στη Βουλή ένα χρόνο αργότερα για το γλωσσικό ζήτημα, αποτελεί την κορύφωση των αγώνων του για τη δημοτική. Παροιμιώδης θα μείνει η φράση του «Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει, υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι», υπερασπιζόμενος την ευγένεια της δημοτικής γλώσσας.

Η υπερτάτη θυσία του προς την πατρίδα θα έλθει στις 28 Νοεμβρίου του 1912, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Λορέντζος Μαβίλης, συμμετέχοντας ως εθελοντής στο σώμα των Γαριβαλδινών, θα πέσει ηρωικά μαχόμενος κατά των Τούρκων στο βουνό Δρίσκος της Ηπείρου. Ήταν μόλις 52 ετών, πάνω στην κορύφωση της πνευματικής του δημιουργίας.

Ο Λορέντζος Μαβίλης υπήρξε ολιγογράφος ως ποιητής και διέπρεψε στο απαιτητικό είδος του σονέτου, που είχαν καλλιεργήσει οι Γάλλοι Παρνασσιστές. Ανήκε στην παράδοση της επτανησιακής σχολής, όπως διαμορφώθηκε από τον Διονύσιο Σολωμό. Στα ποιήματά του υμνεί την πατρίδα και αυτούς που έπεσαν στο πεδίο της μάχης (Εις την Πατρίδα, Πατρίδα, Πλήρωμα Χρόνου), εκφράζει τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του (Λήθη, Υπεράνθρωπος, Ελιά, Έρωτας και Θάνατος), τονίζει την αγάπη προς τη μητέρα (Αμίλητα, Αφιέρωση), την αξία της φιλίας (Στον φίλο Γ. Καλοσγούρο), τον ιδανικό έρωτα (Ανάξιο Β', Ψυχοφίλημα), ενώ αφιερώνει ιδιαίτερα ποιήματα σε φίλους και συνεργάτες του (Ν. Κογεβίνας, Πολυλάς). Η απαισιοδοξία του, που είναι αποτέλεσμα των επιδράσεων του Σοπεγχάουερ και της ινδικής φιλοσοφίας, δεν μπόρεσε να μαράνει τη θέρμη και τη δροσιά της ποίησής του.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο σονέτο του Φάληρο (Ιούνιος 1911), όπου για πρώτη φορά σε ελληνικό ποίημα αναφέρονται οι λέξεις αυτοκίνητο, σωφέρ και μπαρ, άγνωστες μέχρι τότε στον μέσο Έλληνα. Σημαντικό είναι και το έμμετρο μεταφραστικό έργο του Μαβίλη. Γνώστης πολλών γλωσσών, μετέφρασε, μεταξύ άλλων, στα ελληνικά Σίλερ, Σέλεϊ, Βιργίλιο, Μπράουνινγκ, Φώσκολο, Μπάιρον και αποσπάσματα από το το ινδικό έπος της Μαχαμπχαράτα. Απεβίωσε σαν σήμερα 28 Νοεμβρίου 1912

Πηγή: https://www.sansimera.gr

Ποίηση

Μη σπας τα φτερά ενός πουλιού κι έπειτα του ζητάς να πετάξει .

Μη θρυμματίζεις μια καρδιά κι έπειτα της ζητάς να αγαπήσει.

Μη συνθλίβεις μια ψυχή κι έπειτα της ζητάς να είναι ευτυχισμένη.

Μη βλέπεις ασχήμια στους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να δουν ομορφιά σε σένα.

Μην κρίνεις τους ανθρώπους και περιμένεις εκείνοι να σε στηρίξουν στις δυσκολίες.

Μην παίζεις με τη φωτιά και περιμένεις να παραμείνεις απολύτως ασφαλής.

Η ζωή είναι δούναι και λαβείν.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις κακία και να περιμένεις να εισπράξεις καλοσύνη.

Δεν είναι δυνατόν να μοιράζεις καλοσύνη και να περιμένεις να εισπράξεις κακία .

Najwa Zebian

Μετάφραση: LECTURES BUREAU

https://www.lecturesbureau.gr/

Ποίηση

Εκείνο το πρωί που το αυγό έσπασε
και σαν μειδίαμα γεννήθηκε το μίσος
τυφλωθήκαμε από την υπομονή του Ήλιου.
Κι ήχος πιο ξερός δεν θ’ ακουστεί
από εκείνον της ψυχής
που σπάει και πέφτει.

Εκείνο το πρωί που το αυγό έσπασε
και ξεγλίστρησε το μίσος
σαν λάθος πινελιά στον καμβά ενός ζωγράφου
κοιτάζαμε για ώρα πολλή τον ορίζοντα
τα δάση
όπως ερωτεύεσαι το πρόσωπο
που σε γέννησε.

Στην κόψη της σιωπής καθρεφτιζόταν ήδη
ένα τέλος που δεν αναγγέλλεται.

ΦΩΤΟ-https://gr.pinterest.com/pin/29906785004053457/

https://frear.gr/

Ποίηση

Σε Ποταμούς ατάραχους καθώς αργοκατέβαινα,

μ’ αφήκαν αρυμούλκητο οι αγγαρεμένοι ανθρώποι:
Κάποιοι έξαλλοι Ερυθρόδερμοι, γυμνούς αφού τους κάρφωσαν
στα παρδαλά τους ξόανα, τους τόξευαν κατόπι.

Έγνοια καμμιά για πλήρωμα δεν είχα εγώ, γεννήματα
φλαμανδικά κι εγγλέζικα μπαμπάκια είχα φορτίο.
Μιά και με τους ανθρώπους μου τελειώσαν τα καθέκαστα,
όπου ’θελα κι οι Ποταμοί μ’ αφήκανε να φύγω.

Παιδί εγώ κακοτράχαλο, του κεφαλιού μου κάνοντας,
πέρσυ το μισοχείμωνο ρίχτηκα μες στο σάλο
τον άγριο των παλιρροιών! Και του έκπλου μου οι Χερρσόνησες
δε θα θυμούνται αναβρασμό ποτέ τους πιο μεγάλο.

Η καταιγίδα ευλόγησε τις ναυτικές αγρύπνιες μου.
Δέκα νυχτιές, λαφρή φελλό, χωρίς ν’ αποθυμήσω
το ηλίθιο μάτι των φανών, με χόρεψαν τα κύματα
που μοίρα τους ν’ αργοκυλάν από πνιγμένους πίσω.

Πράσινο αφρόν ερούφηξεν η πλώρη μου η ελάτινη,
σαν το χυμό ξυνόμηλου παιδί όταν το δαγκώνει,
από κρασιά κι απ’ έμετους μ’ εξέπλυνεν η θάλασσα,
σκορπώντας μου στη μάνητα κι αρπάγες και τιμόνι.

Και τότε ήταν που λούστηκα στο γαλατένιο αστρόχυτο
θαλάσσιο ποίημα, τους βυθούς ρουφώντας, που συμβαίνει
κάποτε εκεί, κατάχλωμο κι εκστατικό ναυάγιο,
ένας πνιγμένος σκεφτικός να σιγοκατεβαίνει,

όπου τις κυανότητες αιφνίδια χρωματίζοντας,
ντελίρια κι αργοί ρυθμοί, φωτός χρυσοπλημμύρες,
οι πικραμένες του έρωτος εξάψεις συφλογίζονται,
δριμύτερες κι από τ’ αλκοόλ κι απ’ τις πλατιές σας λύρες!

Οι ξεσκισμένοι απ’ αστραπές γνωστοί μού είν’ ουρανόθολοι
τα ρέματα κι οι σίφουνες, γνωστό μου και το βράδι
κι η αυγή που σα φτερούγισμα περιστερών είν έξαλλη,
κι είδα όσα νόμισε γνωστά τ’ ανθρώπινο κοπάδι.

Την πράσινη ονειρεύτηκα νυχτιά, τα έκθαμβα χιόνια της,
στα μάτια του νερού φιλιών μετάδοση αργοπόρων,
τον κυκλισμό των άρρητων χυμών και την εγρήγορση
τη γαλανή και κίτρινη των ωδικών φωσφόρων.

Τον ήλιο είδα κατάστιχτο με φρίκες υπερκόσμιες
ν’ αλλάζει νέφη δυσμικά σε πάγους ιοχρόους,
τα κύματα να στέλνουνε κατάμακρα τα ρίγη τους
καθώς οι αρχαίοι ερμηνευτές της τραγωδίας τους γόους.

Μήνες οι φουσκοθαλασσιές να τρων το βράχο αγνάντεψα,
δαμάλινες αφρίζουσες μεγάλες υστερίες,
ξέροντας πως του Ωκεανού το ρύγχος δεν θα δάμαζαν
οι φωτοβηματίζουσες θαλασσινές Μαρίες.

Σ’ αφάνταστες εξόκειλα Φλωρίδες που συνταίριαζαν
άνθη με μάτια πάνθηρων, δέρματα των αγρίων
μ’ ουράνια τόξα, χαλινούς που ώς κάτω στον ορίζοντα
τεντώνανε να συγκρατούν πλήθη γλαυκών ποιμνίων.

Βρώμικα είδα βαλτόνερα, τεράστια καλαμόκλουβα,
μέσα τους ένα ολάκερο Λεβιάθαν να σαπίζουν,
σφοδρά νεροποντίσματα μέσα σε αγέλες βόνασων,
σ’ αβύσσους καταρραχτικά τα μάκρη να γκρεμίζουν.

Ήλιους θαμπούς, πάγους, νερά μαργάρινα, διάπυρους
ουρανούς και ξεβράσματα σε μυχούς κόλπων όπου
τ’ αφανισμένα από κοριούς γιγάντια φίδια πέφτουνε
δυσώδη πάν’ απ’ τα ραιβά ξερόδεντρα του τόπου.

Θ’ αποθυμούσα νά ’δειχνα στα παιδιά τα χρυσόψαρα,
τα ωραία τα ψάρια τα ωδικά του γαλανού αυτού πλάτους.
Άνθινοι αφροί κυλήσανε και με κατευοδώσανε
κι άρρητοι ανέμοι κάποτες μού εδώσαν τα φτερά τους.

Κι άλλοτε πάλι η θάλασσα, ζωνών και πόλων μάρτυρας,
με του λυγμού της το ρυθμό καθώς γλυκοκυλούσα,
μου ανέβαζεν ανθούς σκιών τίς κίτρινές της μέδουσες
και σα γυναίκα που έπεσε στα γόνατα ηρεμούσα.

Χερσόνησος λικνίζοντας στις όχθες μου τις έριδες,
την κόπρο κιτρινόφθαλμων πουλιών που εθορυβούσαν,
κι έλαμνα ενώ κατέβαιναν απ’ τα σχοινιά μου ανάμεσα
πνιγμένοι που το λίκνο τους στα βάθη αποζητούσαν…

Λοιπόν, ναυάγιο τέτοιο εγώ, κάτ’ απ’ ορμίσκων πλόκαμους,
σε μοναξιές που εχάθηκεν άπτερου αιθέρα ερήμου,
εγώ που των Χανσεατών τα πλοία κι οι Μονίτορες
το μεθυσμένο από νερό θ’ απόφευγαν σκαρί μου,

λεύτερο πια, μενεξελιά φορώντας ομιχλώματα,
εγώ που τους πλινθόχρωμους τρυπούσα ουρανοθόλους,
ήλιου λειχήνες έμπλεο και βλέννες κυανότητας,
είδη πολύ επιθυμητά στους ποιητές σας όλους,

πού ’φευγα με μηνοειδείς ηλεχτρικές κατάστιχτο,
τρελή σανίδα ιππόκαμποι που την ακολουθούσαν,
ενώ τους πόντιους ουρανούς, χοάνες φλογερότατες,
οι Ιούλιοι με χτυπήματα ροπάλων εγκρεμούσαν,

εγώ, πού ’τρεμα ακούοντας μίλια μακριά να οργάζουνε
τ’ αβυσσαλέα Μάελστρομ κι οι Βεεμώθ κατόπι,
εγώ, ο πολύς ταξιδευτής των γαλανών εκτάσεων,
κατάβαθά μου λαχταρώ τη γηραιάν Ευρώπη.

Είδα αστρικά αρχιπέλαγα, νησιά με στερεώματα
παροξυσμών που είν’ ανοιχτοί για κάθε ναύτη δρόμοι:
Σ’ απύθμενες τέτοιες νυχτιές κοιμάσαι κι εξορίζεσαι,
ω σμάρι από χρυσά πουλιά, μελλοντική εσύ ρώμη;

Μ’ αλήθεια, εθρήνησα πολύ. Όλες οι αυγές αφόρητες,
πικρός ο ήλιος και φριχτό το κάθε είναι φεγγάρι.
Σε νάρκωση μεθυστική ο αψύς με βύθισε έρωτας.
Να σπάσει πια η καρίνα μου! Το κύμα να με πάρει!

Αν της Ευρώπης λαχταρώ κάποια νερά, τα στάσιμα
θαμπά νερά αποθύμησα που ενώ γλυκοβραδιάζει,
με θλίψη αφήνει ένα παιδί σ’ αυτά το καραβάκι του,
τόσο λεπτό, που ωσάν Μαγιού πεταλουδούλα μοιάζει.

Δεν το μπορώ πιά, ω κύματα, λουσμένο μες στα θάλπη σας,
τα μπάρκα εγώ του μπαμπακιού να παραβγώ κι ακόμα
σημαίες αλαζονικές ν’ αντιπερνάω και φλάμπουρα
και κάτω από των ποντονιών να κολυμπάω το σκώμμα!

Μετάφραση: Αλέξανδρος Μπάρας.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Στις 10 Νοεμβρίου του 1891 φεύγει από τη ζωή ο Αρθρούρος Ρεμπώ, ένας από τους κύριους εκπροσώπους του συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των 20 ετών. Έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις πιο καταστροφικές και λυτρωτικές παρουσίες στον πολιτισμό του 20ού αιώνα, παρά το γεγονός ότι έως και το θάνατό του δεν ήταν γνωστός παρά στους κύκλους της αβάν - γκαρντ.

Γεννήθηκε στη Γαλλία στις 20 Οκτωβρίου 1854. Θεωρείται ο πρώτος ποιητής που επινόησε μια επιστημονικά πειστική μέθοδο μεταβολής της φύσης της ύπαρξης, ο πρώτος που βίωσε την περιπέτεια της ομοφυλοφιλίας του ως μοντέλο κοινωνικής αλλαγής, αλλά και ο πρώτος που αποκήρυξε τους μύθους από τους οποίους εξαρτάται ακόμα η φήμη του. Μέχρι και την ηλικία των 20 χρονών, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει τη λογοτεχνία, είχε ταξιδέψει σε δεκατρείς διαφορετικές χώρες και είχε ζήσει ως εργοστασιακός εργάτης, παιδαγωγός, επαίτης, λιμενεργάτης, μισθοφόρος, ναυτικός, εξερευνητής, έμπορος, λαθρέμπορος όπλων, αργυραμοιβός και, για ορισμένους κατοίκους της νότιας Αβησσυνίας, ως μουσουλμάνος Προφήτης.

Ο Ρεμπώ χαρακτηρίστηκε από τον Αλμπέρ Καμύ ως ο «ποιητής της εξέγερσης, και μάλιστα ο σημαντικότερος απ' όλους». Μετά το θάνατό του, ο Ρεμπώ χρησιμοποιήθηκε από 4 γενιές καλλιτεχνών της αβάν-γκαρντ ως έξοδος κινδύνου από το χώρο των συμβάσεων. «Όλη η γνωστή λογοτεχνία είναι γραμμένη στη γλώσσα της κοινής λογικής - εκτός από εκείνη που έχει γράψει ο Ρεμπώ», είχε δηλώσει ο Πωλ Βαλερύ. Το έργο και η ζωή του Ρεμπώ επηρέασαν κατά τρόπο εντυπωσιακό συγγραφείς, μουσικούς και καλλιτέχνες που είδαν τη ζωή του ως αναπόσπαστο μέρος του έργου: τον Πάμπλο Πικάσσο, τον Αντρέ Μπρετόν, τον Ζαν Κοκτώ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Μπομπ Ντύλαν και τον Τζιμ Μόρρισον, για τον οποίο έχει ειπωθεί ότι δεν πέθανε, αλλά ακολούθησε τα βήματα του Ρεμπώ στην Αιθιοπία.

Ποίηση

Απο τη Συλλογη Το λίγο του κόσμου (1971). Εκείνο που ιδιαίτερα πρέπει να προσέξετε στο ποίημα είναι ότι η ποιήτρια α) δεν περιορίζεται σε μια στατική και αντικειμενική περιγραφή του εξωτερικού κόσμου, αλλά τον δίνει με εικόνες, που κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η κινητικότητα (λ.χ. ξυπνάει ένα λευκό κουπί-φτεροκοπάει μια στέγη) και β) οι εικόνες εκφράζουν ή συμφύρονται με τις διαθέσεις της (λ.χ. με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν).

Ανάμεσα νύχτας κι αυγής

σφηνωμένη βρήκα την άωρη ώρα.

Ασεβής ευθυμία πουλιών με ξύπνησε τόσο νωρίς

και βγήκα στων σκοταδιών την άμπωτη

Το μπαλκόνι μου ήσυχα λάμνει

στ' αβαθή χρώματα

Ονειρεύονται ακόμα οι κήποι

ερχομό αγνώστου ανθέων.

Αργά ξεδιπλώνεται ο περιβόητος ορίζοντας

σα φθηνή κορδέλα του μέτρου.

Με λήθη μοιάζει η θάλασσα: μας ξέχασαν.

Με λήθη μοιάζει το άπειρο. Άπειρος λήθη.

Ένα καΐκι ξεκουρδίζεται στο βάθος,

το παίρν' η απόσταση και παίζει.

Μουρμουριστά των χρωμάτων η στάθμη ανεβαίνει

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα5.

Ξυπνάει ένα λευκό κουπί,

φτεροκοπάει μια στέγη,

ένα παραθυρόφυλλο σπαρτάρισε.

Έντρομο αφυπνίζεται κάποιο καμπαναριό,

ένοχο: η πίστη πρέπει να ξυπνάει πρώτη.

Πρώτη απ' όλα.

Με βήμα περιπάτου πλησιάζουνε τα σχήματα.

Διαγράφονται κλειστές οι πόρτες

και τα όρια πεισμώνουν

Σ' ενάργεια βγήκαν τα βουνά

και σε γυρίζουν πίσω

Και συ προσδοκία πού πας;

Έχουν ξυπνήσει από ώρα οι αρνήσεις

Κι εγώ, εγώ που είμαι και ονομάζομαι

προχωρημένη ώρα,

τι γυρεύω ανάμεσα σε τούτες τις νήπιες διαθέσεις;

Κ. Δημουλά, «Ονειρικά» Κ. Δημουλά, «Θεμελιώδης προϋπόθεση»

1. Άωρα και παράωρα: για να συλλάβετε το πραγματικό νόημα των στίχων, πρέπει να λάβετε υπόψη σας ότι άωρος είναι ο πρόωρος, αυτός που δεν ωρίμασε, και παράωρος ο παράκαιρος.

2. Βγήκα... άμπωτη: βγήκα την ώρα που αποτραβιούνται τα σκοτάδια (μεταφορά από την άμπωτη της θάλασσας).

3. Αβαθή χρώματα: τα χρώματα που είναι ακόμη αχνά.

4. Μουρμουριστά... ανεβαίνει: τα χρώματα σιγά σιγά γίνονται πιο καθαρά και ζωντανά.

5. Με βήμα... σχήματα: τα σχήματα των πραγμάτων παρουσιάζονται σαν να προχωρούν, επειδή σιγά σιγά ξεκαθαρίζουν, όπως τα χρώματα.

6. Διαγράφονται... πεισμώνουν: οι πόρτες διαγράφονται (φαντάζουν) κλειστές και τα όρια πεισματικά σταθεροποιούνται.

7. Σ' ενάργεια... πίσω: τα βουνά έχουν ξεκαθαρίσει και περιορίζουν τη δημιουργική σου φαντασία και την ύπαρξή σου (την αναστέλλουν, τη γυρίζουν πίσω).

8. έχουν... αρνήσεις: το σταθεροποιημένα σχήματα των πραγμάτων δεν της επιτρέπουν να ζήσει την ατμόσφαιρα, στην οποία έζησε η ποιήτρια στην πρώτη ενότητα.

9. νήπιες διαθέσεις: διαθέσεις νηπιακές, ονειρικές διαθέσεις.

Ποίηση

Τώρα όμως βράδιασε.
Ας κλείσουμε την πόρτα
κι ας κατεβάσουμε τις κουρτίνες
γιατί ήρθε ο καιρός των απολογισμών.

Τι κάναμε στη ζωή μας;
Ποιοι είμαστε;
Γιατί εσύ κι όχι εγώ;

Καιρό τώρα δε χτύπησε κανείς
την πόρτα μας κι ο ταχυδρόμος
έχει αιώνες να φανεί.

Α, πόσα γράμματα,
πόσα ποιήματα που τα πήρε
ο άνεμος του Νοεμβρίου.

Κι αν έχασα τη ζωή μου
την έχασα για πράγματα
ασήμαντα:

μια λέξη ή ένα κλειδί,
ένα χθες ή ένα αύριο

όμως οι νύχτες μου
έχουν πάντα
ένα άρωμα βιολέτας
γιατί θυμάμαι.

Πόσοι φίλοι που έφυγαν
χωρίς ν’ αφήσουν διεύθυνση,
πόσα λόγια χωρίς ανταπόκριση

κι η μουσική σκέφτομαι
είναι η θλίψη εκείνων
που δεν πρόφτασαν
ν’ αγαπήσουν.

Ώσπου στο τέλος
δε μένει παρά
μια θολή ανάμνηση
απ’ το παρελθόν
(πότε ζήσαμε;)

Τα Χειρόγραφα του Φθινοπώρου, Εκδόσεις Κέδρος, 2003.

Ποίηση

Μείνε. Μη φύγεις !…
Συ που με μια φιγούρα χορού,
μπαίνεις στις ζωές αυτών που
με το πνεύμα φτεροκοπούνε…
Μείνε. Μη φύγεις από κοντά μου...
Δώσε μου το ρούχο σου, το από τις ίριδες
περιζωσμένο. Πτερόεσσα μοναξιά που πλημμυρίζεις
τις στιγμές μου!
Στη σιωπή σπαράζει η άρπα σου από τις νότες της
ομορφιάς, και γίνεται πιο γενναιόδωρη η φίλεψή
σου. Το ξέρω, τη μέρα που θα με εγκαταλείψεις,
ένα μέλλον άδειο θα φανερωθεί, και θα έχω
απέναντί μου, του κόσμου το πρόσωπο το
φθαρμένο.

Ήταν σα χτές, που παιδιά σε κάποιο χλοϊσμένο
χωράφι, στον κόρφο σου φουσκώναμε τα πανιά
μας, ταξιδεύοντας για μακρινά αραξοβόλια.
Μπορώ κοντά σου τώρα να συναντήσω,
τη σπίθα, τη δίψα για το νερό που αντικατοπτρίζει,
μια λέξη, μια εικόνα, μια μουσική.
Και θάναι η στιγμή που το φως
του ήλιου θα ζεστάνει, ή του ρολογιού ο χτύπος
θα σημάνει για την ψυχή που θα σηκωθεί από
τη γη, ( ταπεινή σαν το αποκοίμισμα του
ευτυχισμένου! ) Ύστερα θα τρυγηθεί το μέλι από
άγρυπνο μυαλό, και ένας στίχος θα αναβρύσει.
Πρόσχαρο ξεπέταγμα που φωτίζει τον
σκοτεινιασμένο μας κόσμο.
Εκεί κάτω στην πολυθόρυβη πόλη, που τα νέφη
Ισοπεδώνουν την ψυχή, μια σερπαντίνα ήλιου
πλέκεται στον εξώστη, και όπως εκτείνεται,
τον κοντινό βραχότοπο χρυσώνει.

https://gr.pinterest.com/pin/356558495489922624/

__________________________________________________________________________________________________________________

Γράφει - Αριστομένης Λαγουβάρδος

Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης.
Είναι Μηχανολόγος Μηχανικός και Ναυπηγός
του Πολυτεχνείου Νεαπόλεως Ιταλίας.
Ζει στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ποίηση

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Ποίηση

Πρέπει να σου μιλήσω…
Δίχως σκιάδι στα μάτια,

δίχως μάτια που ν’ απαντούν στον πρωινό σου χαιρετισμό,
μέναμε όρθιοι όταν
ο ήλιος πυρπολούσε βράχια, βλέφαρα, καρδιές,
όταν μες στη βροχή τη νύχτα ξεκλέβαμε μια μακρυνή μουσική,
κι όμως με το μάγουλο πάντα μες στη ζεστή σας παλάμη,
ακόμα κι όταν την τραβούσατε μακρυά,
ακόμα κι όταν καν δεν την απλώνατε,
ακόμα κι όταν λέγαμε:
Καλύτερα έτσι,
καλύτερα!..
Κανείς ποτέ δε μπόρεσε να μας αποστερήσει
την παλάμη αυτή…

Μα τώρα το καλοκαίρι μπήκε μέσα
στο καλύβι μας.
Ίσως να ήρθε ξαφνικά.
Ίσως να πέρασε το φράχτη
όταν εμείς βρισκόμαστε στο πλοίο
και πώς να δεις εκεί τα χόρτα που κιτρίνισαν…
Όμως ήρθε…
Οι σκιές σκληράνανε μαζί με το κριθάρι.
Και οι πέτρες κάτω στο ποτάμι καίνε.
Δε μπορείς άλλο να ρωτάς τον άνεμο…
Όταν γλυκαίνουν τα σταφύλια,
το αύριο πηδάει πίσω απ’ τη μάντρα τ’ αμπελιού και φεύγει.
Οι σκιές σκληράνανε.
Οι λέξεις τεντώσανε και τρίζουν.
Απαιτούν να ειπωθούν…

Θα σου μιλήσω μπροστά στο πέλαγος
και η φωνή μου θα σε φτάση…

…Αλήθεια, έχεις σκεφτεί ποτέ,
τι ‘ναι για μας αυτή η μακρινή ομιλία;

Φυσικά, δεν ξέρεις το πόσο σ’ αγαπώ.
Ίσως καμιά φορά να συλλογιέσαι:
…Μα ναι.., Θα ‘πρεπε!..
Ίσως καμιά φορά να λες..-
μα τι να λες;..
Ένα κλωνί της σκέψης σου δεν μπορώ να πιάσω…
Οι καθημερινές φροντίδες, λέει…
Η ζωή με τις απαιτήσεις της, λέει…
Άλλωστε δεν είναι εκείνη που φαντάζεσαι…
Μα ποιος είπε πως εγώ φαντάζομαι;

***

Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν’ τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου…

Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κι ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κι εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
Ό,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
Ό,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κι έπρεπε να ’μαι δυνατός
(έπρεπε…)
να το ξέρεις:
Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.

Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.
***
Έγινε ξαφνικά
όπως ξαφνικά έρχεται η άνοιξη.
Μιλούσα γι’ αγάπη
κι η αγάπη ήσουν εσύ,
μιλούσα για το φιλί
και το φιλί ήσουν εσύ,
με τ’ όνομά σου,
τη διεύθυνση του σπιτιού σου,
το δειλινό χαμόγελο
που μόνο εγώ μπορούσα να βλέπω.
Πως να υπάρξει τώρα
εκείνο το χαμόγελο
όταν κανείς δεν το καταλαβαίνει;
(Μα κι αν το καταλάβει
θα πάψει πια να ‘ναι το ίδιο.)
Πως να υπάρξει εκείνη η μουσική
που μου ζητούσες να σφυράω;
Πόσες φορές την εμπιστεύτηκα
στο νυχτερινό άνεμο
στα κουρασμένα ηλεκτρικά.
Την άκουσες ποτέ;
Ήταν για σένα.
Δεν το παραδεχόμουνα.
Μα ήταν.
Δεν έβλεπα
τις μικρές σταλαγματιές το φως
που πέφταν στο φεγγίτη μου
διαπερνώντας τις φυλλωσιές των σύννεφων.
Λιώσανε απότομα τα κρύσταλλα.
Μια φωτεινή πλημμύρα
σκόρπισε την επιμονή της σκόνης
τα μισοτελειωμένα χειρόγραφα
τα μισοτελειωμένα βήματα.
Δεν ξέρω πως έγινε
(ίσως και να ξέρω…)
όμως το φως ποτέ δεν είχε στερέψει.
Να μου χαμογέλασες ποτέ
από μακριά;
Δεν γίνεται. Κάποια στιγμή θα χαμογέλασες.
Ακόμα κι όταν έδιωχνες
κάθε τι δικό μου.
Ακόμα κι όταν νόμισες πως το ‘διωξες

***

Αγάπη αγάπη
μόνο η πάχνη του πρώτου άστρου-
άσε να σου μιλήσω.
Αγάπη δεν φοβάμαι πια.
Σ’ αγαπώ.
Άσε ν’ ακουστεί η φωνή μου
πάνω απ’ τις κορφές των δέντρων
πέρα απ’ τους οριζόντιους καπνούς των πλοίων.

***

…Σου μίλησα ποτέ για κείνη τη νύχτα
που ως το πρωί κουβέντιαζα για σένα;
(Είχε ένα κόκκινο αργοπορημένο φεγγάρι
και λυπόμουν που δεν το ‘βλεπες.)
Ποτέ δε σου ‘πα πως κάποτε βρεχόμουν
τρεις μέρες και τρεις νύχτες
κι ύστερα καθώς στέγνωνα μπρος σ’ ένα τζάκι, νηστικός,
χαιρόμουνα που κάποτε θα ‘ρθεις
για να στο λέω.
Έξι χρόνια καρτέραγα για σένα και δε μίλησα
κι όταν μου λεγες βουβά
“έλα πάρε με”
δεν μπορούσα πια…

***

Να τον πάλι ο κόσμος και τα πράγματα
μπροστά μας.
Να οι άνθρωποι.
Να ‘μαστε εμείς στο κατώφλι της μέρας.
Μπορούμε πάλι να πούμε:
«Αυτό είναι πέτρα, αυτό ένα ποτήρι νερό,
κι αυτό ένα πήλινο πιάτο,
κι αυτό το ξεραμένο αίμα».
Μπορούμε να πούμε:
«Να, ο Γιάννης μας χαιρετάει από πέρα.
Να, αυτό λέγεται χαρά».
Ακουμπάμε πάνω στα γόνατα
το μεγάλο βιβλίο των άστρων
και διαβάζουμε αργά, δυνατά,
ν’ ακούνε όλοι:
Η πατρίς της γεννήσεώς μου
είναι απ’ το Λιδορίκι
χωριό του Λιδορικού
ονομαζόμενον Αβορίτη.
Η πατρίς της γεννήσεώς μας
είναι ο κόσμος.
Πατρίδα μας είναι η αλήθεια.
Καλημέρα λοιπόν.
Καλημέρα.

Τίτος Πατρίκιος

https://poiimata.com/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.