Ιανουαρίου 18, 2022

Ποίηση

Φοβάμαι μη χάσω το θαύμα

των αγαλμάτινων ματιών σου και τη μελωδία
που μου αποθέτει τη νύχτα στο μάγουλο
το μοναχικό ρόδο της ανάσας σου

Πονώ που είμαι σε τούτη την όχθη
κορμός δίχως κλαδιά μα πιότερο λυπάμαι
που δεν έχω τον ανθό, πόλφο ή πηλό
για το σκουλήκι του μαρτυρίου μου.

Αν είσαι εσύ ο κρυμμένος μου θησαυρός
αν είσαι εσύ ο σταυρός και ο υγρός μου πόνος,
αν ειμαι το σκυλί της αρχοντιάς σου
μη με αφήσεις να χάσω ό,τι έχω κερδίσει

και στόλισε τα νερά του ποταμού σου
με φύλλα από το φρενοκρουσμένο μου φθινόπωρο.

Το Σονέτο του γλυκού παραπόνου είναι ένα ερωτικό ποίημα του Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα, από την ποιητική συλλογή του Σονέτα του σκοτεινού έρωτα.

Ο έρωτας και η εξάρτηση της αγάπης είναι ανάμεσα στα αγαπημένα θέματα που παρουσιάζει ο Λόρκα στα ποιήματα του.

Ο ποιητής παρουσιάζει τον έρωτα ως ανάγκη, ως το απόλυτο που κάνει το σώμα και το πνεύμα να αναπνέουν ελεύθερα, αλλά ταυτόχρονα είναι και η αιτία των μεγαλύτερων δεινών και του μεγαλύτερου πόνου στη ζωή.

Τα σονέτα του σκοτεινού έρωτα έχουν ως πρώτη ύλη το θρήνο του ποιητή για τον σύντροφο του που έχασε, και που άφησε την αίσθηση ενός ανολοκλήρωτου έρωτα.

Ποίηση

Ιμμάνουελ Καντ (Immanuel Kant) (22 Απριλίου 1724 -12 Φεβρουαρίου 1804)

Θα δώσω μόνο ένα παράδειγμα του ευγενούς τρόμου που μπορεί να εμπνεύσει η εικόνα της απόλυτης μοναξιάς παραθέτοντας μερικά αποσπάσματα από το ονειροπόλημα του Carazan*

Ο φιλάργυρος αυτός όσο έβλεπε την περιουσία του να μεγαλώνει, τόσο γινόταν ανάλγητος απέναντι στον πλησίον του. Αλλά, ενώ έσβηνε η αγάπη του για τους ανθρώπους, ο θρησκευτικός του ζήλος δεν έπαυε να αυξάνει. Μετά από αυτήν την ομολογία, ο Carazan συνεχίζει:

«Ένα βράδυ που έκανα τους λογαριασμούς μου και υπολόγιζα τα κέρδη μου, αποκοιμήθηκα κάτω από το φως της λάμπας. Και είδα τον άγγελο του θανάτου να χιμάει πάνω μου και μέσα στη στροφοδίνη του να μου καταφέρνει ένα τρομερό χτύπημα πριν να προλάβω να ζητήσω έλεος. Το αίμα μου πάγωσε όταν αντιλήφθηκα ότι η απόφαση είχε ληφθεί και ότι δεν μπορούσα να προσθέσω πλέον τίποτε στο καλό, ούτε να αφαιρέσω τίποτε από το κακό που είχα κάνει. Με οδήγησαν μπροστά στο θρόνο αυτού που ενοικεί στον τρίτο ουρανό. Λαμπερό άστρο μου απηύθυνε τούτο το λόγο:

«Carazan, ο θεός απορρίπτει τη λατρεία που του απέδωσες. Σφάλισες την καρδιά σου στην αγάπη των ανθρώπων και με σιδερένιο χέρι διαφύλαξες τους θησαυρούς σου. Έζησες μόνο για σένα, θα ζήσεις μόνος αιωνίως, στερημένος κάθε κοινωνίας με την υπόλοιπη δημιουργία».
Εκείνη τη στιγμή, παρασύρθηκα από μια αόρατη δύναμη διατρέχοντας το περίλαμπρο οικοδόμημα της δημιουργίας. Σύντομα, είχα αφήσει πίσω μου αναρίθμητους κόσμους. Καθώς πλησίαζα το πέρας της φύσης, παρατήρησα ότι οι σκιές του ατέρμονου κενού έπεφταν μπροστά μου μέσα στην άβυσσο. Ένα τρομακτικό βασίλειο σιωπής και μοναξιάς, μια αιώνια νύχτα! Κυριεύτηκα από έναν ανείπωτο τρόμο. Τα τελευταία άστρα φαίνονταν πλέον ανεπαίσθητα, ήμουν βυθισμένος στο έσχατο σκότος.

Η αγωνία του θανάτου μεγάλωνε από στιγμή σε στιγμή, όσο απομακρυνόμουν από τον τελευταίο κατοικημένο κόσμο. Και σκέφτηκα, πλημμυρισμένος από μια απέραντη απελπισία, ότι, αγόμενος δέκα χιλιάδες φορές στη διάρκεια δέκα χιλιάδων χρόνων πέρα από τα σύνορα της δημιουργίας, θα συνέχιζα, χωρίς βοήθεια, ούτε ελπίδα επιστροφής, να βυθίζομαι σ’ αυτή την ατέλειωτη νύχτα ….

Μέσα στην σκοτοδίνη μου, έτεινα τα χέρια μου προς κάποιο αντικείμενο της πραγματικότητας τόσο ζωηρά που ξύπνησα.

Έτσι έμαθα να εκτιμώ τους ανθρώπους· γιατί, μέσα σ’ αυτή την ερημία, και τον πιο ταπεινό απ’ αυτούς, που μέσα στην αλαζονεία της ευτυχίας μου είχα απωθήσει, τον προτιμούσα απ’ όλους τους θησαυρούς της Γολκόνδης”

*(Brem. Magazin, τόμος IV, σελ. 539).

Την πολύ ωραία ιστορία αυτή μπορείτε να τη βρείτε στις σημειώσεις του βιβλίου του Ιμμάνουελ Καντ “To αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου”

Αντικλείδι
Το 1792 οι απόψεις του για τις σχέσεις του κακού και της ανθρώπινης φύσης τον έφερε σε σύγκρουση με την πρωσική κυβέρνηση καθώς υπήρχε νόμος που απαγόρευε την μελέτη θρησκευτικών ζητημάτων αν δεν ταυτιζόταν με την διδασκαλία της Λουθηριανικής εκκλησίας. Ο ίδιος ο βασιλιάς Φρειδερίκος έβγαλε διάταγμα που του απαγόρευε κάθε συγγραφική ή διδακτική δραστηριότητα με θέματα θρησκείας. Λόγω και της κακής του υγείας από το 1794 μείωσε την δραστηριότητα του στο πανεπιστήμιο και το 1796 αποχώρησε οριστικά. Ο Ιμμανουήλ ποτέ δεν παντρεύτηκε, δεν έκανε σχέσεις, ούτε ταξίδια μακριά από την γενέτειρα του. Αφιέρωσε την ζωή του στην μελέτη και τη συγγραφή. Σε ηλικία 23 ετών δημοσίευσε το πρώτο του έργο, «Για τον αληθινό υπολογισμό των ζωντανών δυνάμεων» ενώ το 1781 δημοσίευσε το πιο σημαντικό του έργο, την «Κριτική του καθαρού λόγου». Πέθανε στην γενέτειρα του το 1804.

Ποίηση

Μαργαριταρένιο Περιδέραιο

Μητέρα, θα πλέξω μαργαριταρένιο περιδέραιο για το λαιμό μου
με τα δάκρυα της θλίψης μου .

Τ’ αστέρια κατεργάστηκαν αστραγαλίδες από φως για να στολίσουνε τα πόδια τους ,
μα εμένα τα δικά μου θενά κρέμονται απ’ τα στήθια σου .

Πλούτη και δόξα τα χρωστώ σε σένα
κι είναι για σένα που τα δίνω ή τα κρατάω .
Όμως η θλίψη μου αυτή είν’ όλη δικιά μου ,
Κι όταν σου την προσφέρω σαν αφιέρωση
συ μ’ ανταμείβεις με τη χάρη τη δική σου .

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

Δυσφήμιση

Προς τί αυτά τα δάκρυα στα μάτια σου, παιδί μου ;
Τι απαίσιο από μέρος τους πάντοτε να σε βρίζουν για το τίποτε !
Μουντζούρωσες τα δάκτυλα σου και το πρόσωπο, γράφοντας , με μελάνη –
γι’ αυτό σε λένε βρώμικο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Θα τολμούσαν να πουν βρώμικη την πανσέληνο έτσι απλά γιατί κηλίδωσε το πρόσωπό της με μελάνη ;
Για κάθε ψύλλου πήδημα σε κατηγορούν, παιδί μου . Κάνουν αμάν
για να σε ψέξουν για το τίποτε .
Έσκισες, παίζοντας, τα ρούχα σου – γι’ αυτό σε λεν
απεριποίητο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Μα πώς θα ‘λέγαν το φθινοπωριάτικο πρωινό που χαμογελά
μέσ’ από τα κουρελιασμένα σύννεφα ;
Μη δίνεις σημασία σ' ό,τι κι αν σου λεν, παιδί μου .
Φτιάχνουν ένα μακρύ κατάλογο με τις αταξίες σου .
Όλοι το ξέρουν που σ’ αρέσουν οι απολαύσεις – γι’ αυτό σε λένε
άπληστο ;
Ω, τρισκατάρατοι ! Τότε τι θα 'χαν να μας πουν κι εμάς που σ’ αγαπάμε ;

``````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````````

Θάνατος

Ω συ της ζωής στερνό πλήρωμα ,
Θάνατε, θάνατέ μου, έλα στ’ αυτί μου και ψιθύρισε !

Μέρα τη μέρα εσένα είχα στο νου μονάχα ,
για σένα υπέφερα τις χαρές της ζωής και τις λύπες .

Ό,τι κι αν είμαι, ό,τι κι αν έχω, κι αν ελπίζω κι όλη μου η αγάπη
κυλούσαν πάντα προς το μέρος σου κρυφά και ύπουλα .

Μονάχα μια στερνή ματιά απ’ τα μάτια σου
και η ζωή μου θα ‘ναι στα χέρια σου για πάντα .

Τα λουλούδια πλεχθήκαν
και το στεφάνι περιμένει τη μελλόνυμφη.

Μετά το γάμο η νύφη το σπίτι της θα εγκαταλείψει
να πάει να βρει τον κύρη της μόνη στην ερημιά της νύχτας.

Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ

https://www.poemhunter.com/rabindranath-tagore/poems/

Ποίηση

Και τι δεν κάναμε σ' αυτό τον ένα και μοναδικό αγαπημένο άνθρωπο, τον τυραννήσαμε και μολαταύτα τον αγαπήσαμε όσο κανέναν άλλο.»

«Καθόμουν εκεί και κοίταζα τα γράμματα που μου έγραψε η γυναίκα μου στο διάβα των ετών και έλιωνα στο κλάμα. Συνηθίζουμε φυσικά με τις δεκαετίες έναν άνθρωπο και τον αγαπούμε δεκαετίες ολόκληρες και στο τέλος τον αγαπούμε περισσότερο απ' όλους τους άλλους και δενόμαστε μαζί του και, όταν τον χάνουμε, είναι πραγματικά σαν να χάσαμε τα πάντα.

Πίστευα πάντοτε ότι είναι η μουσική αυτό που σημαίνει τα πάντα για μένα, μερικές φορές, ναι, ότι είναι η φιλοσοφία, το υψηλό και το πιο ύψιστο και το απ' όλα πιο ύψιστο συγγραφικό έργο, ότι γενικά είναι απλούστατα η τέχνη, μα όλα αυτά, η τέχνη στο σύνολό της, όπως πάντοτε, δεν είναι τίποτε απέναντι σ' αυτό το μοναδικό αγαπημένο άνθρωπο. Και τι δεν κάναμε σ' αυτό τον ένα και μοναδικό αγαπημένο άνθρωπο, είπε ο Ρέγκερ, σε πόσες χιλιάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες θλίψεις δεν ρίξαμε τον άνθρωπο αυτό, που τον αγαπήσαμε όσο κανέναν άλλο, τον τυραννήσαμε και μολαταύτα τον αγαπήσαμε όσο κανέναν άλλο, είπε ο Ρέγκερ».

Σε πόσες χιλιάδες κι εκατοντάδες χιλιάδες θλίψεις δεν ρίξαμε τον άνθρωπο αυτό, που τον αγαπήσαμε όσο κανέναν άλλο...

«Ξαφνικά ξέρετε τι είναι κενό όταν στέκεστε κάτω από χιλιάδες και χιλιάδες βιβλία και γραπτά που σας έχουν αφήσει ολομόναχο, που δεν είναι ξαφνικά τίποτε για σας, παρά μόνο αυτό το φοβερό κενό, είπε ο Ρέγκερ. Όταν χάσετε τον πιο κοντινό σας άνθρωπο, όλα είναι για σας αδειανά, μπορείτε να κοιτάξετε όπου θέλετε, όλα είναι αδειανά και κοιτάζετε και κοιτάζετε και βλέπετε, όλα είναι πραγματικά αδειανά και μάλιστα για πάντα, είπε ο Ρέγκερ. Και αναγνωρίζετε ότι αυτό που σας κράτησε δεκαετίες ολόκληρες στη ζωή δεν ήταν αυτά τα μεγάλα πνεύματα και αυτοί οι Παλιοί Δάσκαλοι, αλλά μόνο εκείνος ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που τον αγαπήσατε όσο κανέναν άλλο. Και σ' αυτή τη γνώση και μ' αυτή τη γνώση είσαστε μονάχος και δεν σας βοηθάει τίποτε και κανένας, είπε ο Ρέγκερ».

Απόσπασμα από το βιβλίο του Thomas Bernhar, Παλιοί Δάσκαλοι, εκδ. Εξάντας.

Ο Νικόλαος Τόμας Μπερνάρ (9 Φεβρουαρίου 1931 - 12 Φεβρουαρίου 1989) ήταν αυστριακός συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής. Το σώμα του έργου του Bernhard ονομάστηκε «το σημαντικότερο λογοτεχνικό επίτευγμα από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο».

Θεωρείται ευρέως ως ένας από τους σημαντικότερους γερμανόφωνους συγγραφείς της μεταπολεμικής, μεταμοντερνιστικής εποχής. Πηγή: www.doctv.gr

Ποίηση

O Φάρος Τυφλών Μετέγραψε Μια Νέα Ποιητική Συλλογή Στο Σύστημα Ανάγνωσης και Γραφής Τυφλών Βraille

Με γνώμονα την προσβασιμότητα των ανθρώπων με προβλήματα όρασης στη λογοτεχνία, η ποιήτρια Ελένη Παπαλαμπροπούλου σε συνεργασία με το φιλανθρωπικό σωματείο Φάρος Τυφλών μετέγραψαν την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Διάφανο Καταφύγιο» στο σύστημα ανάγνωσης και γραφής τυφλών braille.

Η αρχή μιας νέας ευκαιρίας για την έκδοση λογοτεχνίας
Όπως επισημαίνει η ίδια η ποιήτρια: «Η έλλειψη της προσβασιμότητας των ανθρώπων με προβλήματα όρασης στη λογοτεχνία, πόσο μάλλον στη σύγχρονη, είναι γνωστή. Θέλοντας να προσπαθήσω να κάνω κάτι γι’ αυτό, κι ας είναι σταγόνα στον ωκεανό, η ποιητική μου συλλογή «Διάφανο Καταφύγιο» εκδ. Θράκα, μεταγράφηκε και εκτυπώθηκε, με την πολύτιμη βοήθεια του Φάρου Τυφλών, στο σύστημα ανάγνωσης και γραφής τυφλών braille. Το βιβλίο σε γραφή braille θα αποσταλεί σε φορείς και βιβλιοθήκες με σκοπό σε βάθος χρόνου να πάει, αν όχι σε όλα, σε όσα περισσότερα σημεία γίνεται».

Σημειώνεται ότι το αρχείο της μεταγραφής του βιβλίου σε braille είναι διαθέσιμο, δωρεάν, για ανθρώπους με προβλήματα όρασης, για όσους αγαπάνε τη γραφή braille και για όσους θελήσουν να τη μάθουν.

«Η εκμάθησή της σου ανοίγει έναν νέο κόσμο και τη συστήνω ανεπιφύλαχτα», τονίζει η ποιήτρια.

Η ποιήτρια και ο Φάρος Τυφλών
Η Ελένη Παπαλαμπροπούλου γεννήθηκε το 1980 στην Αθήνα. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το «Διάφανο Καταφύγιο» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Θράκα, είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

Ο Φάρος Τυφλών Ελλάδας αποτελεί σωματείο ειδικά αναγνωρισμένο ως Φιλανθρωπικό, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

Όλες οι κοινωνικές δράσεις του Φάρου προσφέρονται δωρεάν (κοινωνική υπηρεσία, μαθήματα Η/Υ, μαθήματα κεραμικής, μαθήματα Ιταλικών, βιβλιοθήκη ομιλούντων βιβλίων, βιβλιοθήκη braille, μαθήματα Braille για τυφλούς, γυμναστήριο κ.ά.), ενώ πολλές είναι και οι στιγμές αναψυχής και κοινωνικοποίησης (πλεκτό, μακραμέ, θεατρική ομάδα κ.ά.).

https://www.in.gr/

Ποίηση

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.

Kι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ' όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.

(από τα Ποιήματα, Ίκαρος 1974)

Ποίηση

ΣΙΚΙ (ΜΑΣΑΟΚΑ)
Το χαϊκού: Μπασό και Ίσσα

Μ Ι Κ Ρ Ε Σ Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ Γ Ι Α Τ Ο Χ Α Ϊ Κ Ο Υ

Τα χαϊκάι (η λέξη χαϊκού καθιερώθηκε πολύ αργότερα, τον 20ο αιώνα) άρχισαν ν’ αναπτύσσονται στο τέλος του 12ου αιώνα. Προήλθαν από την ομαδική ποίηση γνωστή σαν ρυάκα (ποίηση με ερωτήσεις-απαντήσεις). Λίγο λίγο και πάντα προφορικά, θέλοντας να ενώσουν τις στροφές νοηματικά και σαν ένα είδους ομαδικού παιχνιδιού, δημιουργήθηκε μια σειρά στίχων που οδήγησε στα λεγόμενα χαϊκάι-ρένγκα.

Τα χαϊκάι αποτελούντο από δύο λέξεις και σήμαιναν «διασκεδαστικό» και «αστείο». Ήσαν δε γραμμένα στην καθημερινή γλώσσα, σαν αντίδραση στην επίσημη ανακτορική γλώσσα .

Τον 13ο αιώνα, εμφανίζονται τα πρώτα χόκκου σαν ξεχωριστή μορφή, έχοντας έναν περιπαιχτικό κυρίως χαρακτήρα. Μέχρι τον 15ο αιώνα, αυτονομήθηκαν σαν ποίηση δίνοντας έμφαση στο παιχνίδι με τις λέξεις και τις εικόνες.

Το «κλασσικό» χαϊκού, εδραιώθηκε τον 16ο αιώνα. Σ΄ αυτή την εποχή θα σταθούμε κι εμείς και ειδικά στους Ματσούο Μπασό και Κομπαγιάσι Ίσσα. Ήδη το Ζεν, έχει δώσει το «στίγμα» του στην ποίηση αυτή: η λιτή και συμπυκνωμένη μορφή του χαϊκού (5-7-5) ενώνεται με το πνεύμα του Ζεν, που δεν είναι άλλο από την ανάδειξη της στιγμής σε αιωνιότητα. Πρόκειται για βίωμα και γι’ αυτό, επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Δεν πρόκειται για «ινσταντανέ» ιστορίες, μήτε για απλές περιγραφές. Γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου.

Δεν πρόκειται βέβαια και για ψυχολογική ποίηση. Ωστόσο, μέσα από την αναφορά στην Φύση (σχεδόν πάντα) αναδύεται και ο ποιητής με την ανάλογη διάθεση: λύπη, χαρά, κλάμα γέλιο, απόλαυση, γαλήνη, μοναξιά. Δεν είναι αφηρημένα ποιήματα. Υπάρχουν λέξεις-εργαλεία, συγκεκριμένες και συχνά ανάλογες με την εποχή του χρόνου (Κίγκο) που προκαλούν και τα αντίστοιχα συναισθήματα.

Έτσι, έχουμε ενδεικτικά τις ανθισμένες κερασιές, τις πεταλούδες ,τις ιτιές και το κελάηδημα των αηδονιών, τους βατράχους, τις λίμνες ,τις λιβελλούλες, τα κρίνα , τον τζίτζικα, το απογευματινό αεράκι, τα σύννεφα, την πανσέληνο, τα κόκκινα φύλλα, τον σαλίγκαρο, τα στάχια, τα σκιάχτρα, το χιόνι, τις παγωμένες καλύβες, τις δαμασκηνιές, τις πάπιες.

Ένα άλλο ζήτημα, είναι η κλασσική αρχιτεκτονική του χαϊκού (5-7-5) και το αν χρειάζεται ή όχι να διατηρείται κυρίως στην μεταφορά τους σε άλλες γλώσσες από την ιαπωνική. Αυτό το θέμα έχει συζητηθεί και έχει αμφισβητηθεί ευρέως. Πολλοί είναι εκείνοι και στην Ιαπωνία, που δεν μένουν προσκολλημένοι στη μορφή. Πρώτος ο Μασαόκα Σίκι (1867-1902) που θεωρείται ο ιδρυτής του σύγχρονου χαϊκού, ακολούθησε μια αυτόνομη μορφή ποίησης. Ο ίδιος μάλιστα καθιέρωσε τον όρο χαϊκού από χακάϊ ή χόκκου.

Ιδού τρία χαϊκού τού Σίκι σε μετάφραση του Σωκράτη Σκαρτσή:

Φαντάσου,
ο μοναχός έφυγε
πριν λάμψει το φεγγάρι.

–Πέτρα
στην καλοκαιρινή πεδιάδα
–έδρα του κόσμου.

–Καλοκαιρινός ουρανός
καθαρός απ’ τη βροχή
–μερμήγκια στη γραμμή.

Όπως είπαμε πιο πάνω, σκεφτήκαμε να παρουσιάσουμε στίχους δύο αντιπροσωπευτικών ποιητών της κλασσικής εποχής του χαϊκού, του Μπασό και του Ίσσα. Και οι δύο, ο καθένας με τον τρόπο του, έβαλαν για τα καλά το Ζεν στην ποίησή τους, ανάγοντας το παρόν σε μοναδικό, αιώνιο χρόνο, με απλότητα, αφαιρετικότητα και χιούμορ ενίοτε.

Β α σ ι λ ι κ ή Φ ρ ά γ κ ο υ

Μ Α Τ Σ Ο Υ Ο Μ Π Α Σ Ο (1644-1694)

Χειμωνιάτικη μέρα,
πάνω στ’ άλογό μου
παγωμένος ίσκιος.

Φθινοπωρινό φεγγάρι,
η παλίρροια αφρίζει
πάνω στο πορτόνι.

Φθινόπωρο
–και τα πουλιά και τα σύννεφα ακόμη
μοιάζουν γέρικα.

Έλα δες,
αληθινά λουλούδια
αυτού του οδυνηρού κόσμου.

(Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής)

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει το βράχο.

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

Άδειο κέλυφος:
κι η ψυχή του τζίτζικα
τραγουδημένη.

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθαίνει.

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

Όταν αστράφτει
ο φωτισμένος άνθρωπος
κι αυτός θαυμάζει.

(Απόδοση: Διονύσης Καψάλης)

γέρικη λίμνη
πηδάει ένα βατράχι
σκίρτημα νερού

μια πεταλούδα
γλιστρά στα φύλλα της
ιτιάς· Απρίλης…

φθινοπωριάζει:
θάλασσα κι ορυζώνες
ένα πράσινο

να μεθύσω· να
πέσω να κοιμηθώ σε
ρόδινες πέτρες

δροσοσταλίδα,
άσε με να ξεπλύνω
τη μαυρίλα μου

απόψε άγρια
θάλασσα κι από πάνω
σιωπηλά άστρα

πώς να διαβάσω;
τέλειωσε το λαδάκι·
πάω για ύπνο

(Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου)

Ποίηση

Η αλλοτρίωση της έλξης

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μονο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

Από την ποιητική συλλογή Η ανορεξία της ύπαρξης(2011)

https://www.neolaia.gr/

Ποίηση

«Τόσα φιλιά – μα δίχως χείλη

τόσες αφές – μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί – μα δίχως πύλη
τόσες ειδήσεις – δίχως περιστέρια
Τόσοι αγώνες – δίχως μάχη
τόσες μαγείες – δίχως θάμα
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει
αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας
— Άλισον, Τζέφρυ, Ουίλλιαμ, Σάντυ…
Τους ήξερες ποτέ; Άγνωστά μας
ονόματα στην αλισάχνη
τώρα που βούλιαξαν πια τα δικά μας
Έρωτας – δίχως ν’ αγαπάμε
Ζωή – χωρίς ποτέ να ζούμε
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…
—Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… —Τι σκαλίζεις
τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει
σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,
το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου
— Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…»
(Βύρων Λεοντάρης, «Ψυχοστασία»

Ποίηση

Οι άνθρωποι είμαστε περίεργα πλάσματα. Ενυπάρχει στην φύση μας η τάση για το οξύμωρο. Το σώμα, ο νους, το πρόσωπο, η ψυχή μας είναι φτιαγμένα να αλλάζουν κι όμως, ταυτόχρονα είμαστε προγραμματισμένοι να φοβόμαστε το άγνωστο.

Η ζωή μας χαρακτηρίζεται στο μεγαλυτέρο μέρος της από κόλπα  ισορροπίας ανάμεσα στα δύο αυτά άκρα. Κάποιοι γίνονται εξαιρετικοί ακροβάτες και περπατούν στο λεπτό σχοινί της αυτογνωσίας γρήγορα και άνετα, χωρίς να κοιτούν κάτω. Άλλοι πάλι ζαλίζονται, αργοπατούν και σταματούν συχνά ψάχνοντας για τον από μηχανής Θεό τους.

Εκεί ξεκινούν τα λάθη. Για να βρει κανείς τους αγαπημένους του, πρέπει να έχει περάσει τουλάχιστον μια φορά μόνος του απέναντι.
Τα παρακάτω ποίηματα δεν γράφτηκαν όλα μαζί, ουδέποτε ήταν σχεδιασμένο να θεωρηθούν μια ενότητα κι ας ήταν το καθένα ολοκληρωμένο. Αφού όμως το καθένα είχε διανύσει την πορεία του για μένα, τα έβαλα δίπλα- δίπλα κι αμέσως απέκτησαν ένα ιδιαίτερο νόημα.

Οι ανθρώπινες σχέσεις, όποια κι αν είναι η φύση τους, χρειάζονται έμπειρους ακροβάτες. Ο δρόμος προς την αυτοβελτίωση δεν είναι εύκολος, αλλά αξίζει. ΕνίοτΕ πρέπει να θυσιάσουμε αυτά που ξέρουμε για να βρούμε αυτά που ψάχνουμε. Ακόμα κι όταν μοιάζει δύσκολο, να εκτιμάτε τις δικές σας δυνάμεις και να πιστεύετε με πάθος στα ευτυχισμένα τέλη.

Το σπίτι μας.

Οι άνθρωποι κλείνουν τις πόρτες που φοβούνται ότι θα διαβούν.

Γι’ αυτό σε χαιρετώ απόψε εγώ και κλειδώνω διπλά. 

Θα μείνω εδώ.

Αν ακολουθήσεις, θα χαθείς.

Αν χαθείς, θα ξεχάσεις.

Αν ξεχάσεις, θα μετανιώσεις.
Αν δεν κλειδώσεις, θα βγεις.

Αν βγεις, θα γυρίσεις. Πάντα θα γυρίζεις.
Μην γυρίσεις.

Κλείσε την πόρτα.

Φύγε.

Ήρθε λοιπόν και πάλι καιρός
να πέσουν τα σάπια στο χώμα.
Γυμνά να μείνουν τα κλαριά στα δέντρα να ξαναγεννηθούν λουλούδια.
Σαν να ‘ναι η πρώτη άνοιξη του κόσμου.

Έχω μαζέψει τα πάντα, καμία εκκρεμότητα.
Κόπιασα για όσα έλειπαν, πάρε λοιπόν όσα περισσεύουν και φύγε.

Οι λογαριασμοί έμειναν στο τραπέζι.
Λάθη σε τιμή ευκαιρίας, με ωραίο περιτύλιγμα.
Μην τρέμεις καλέ μου… τα δικά μου τα πλήρωσα, τα δικά σου στα χαρίζω.
Πάρε τα ψέμματά σου και φύγε.

Τακτοποίησα το σπίτι.
Στο πρώτο συρτάρι οι φωτογραφίες, στο δεύτερο τα σημειώματα.
Στο τελευταίο, διπλωμένες προσεκτικά, όλες οι δικαιολογίες.
Μην κουράζεσαι να ψάχνεις, είναι όλα εδώ.
Το χθες δεν αλλάζει. Τα κανόνισα όλα.
Τακτοποίησα το σπίτι, τακτοποίησε τη ζωή σου και φύγε.

Δεν χρειάζεσαι τα κλειδιά μου.
Όσα έχεις δεν τα θέλω κι όσα θέλω δεν τα είχες ποτέ.

Σε παρακαλώ, δεν θέλω να μ’ αγαπάς πια, μόνο να φύγεις.
Πάρε τις υποσχέσεις σου και κλείσε την πόρτα.

Ξύλινό μου αγόρι,
τα λόγια σου έχουν παράξενη ροή.
Όταν σε πίστευα όλο μιλούσες, όταν σε έμαθα είχες πια στερέψει.
Μην ιδρώνεις γλυκέ μου, δεν θα τα μαρτυρήσω.

Ήρθε λοιπόν και πάλι καιρός
οι άνθρωποι που ούρλιαζαν σαν λύκοι
στις φεγγαρόλουστες ταράτσες τους
να τραγουδήσουν μελωδικά
στον δικό τους τόνο και ρυθμό.

Η πρώτη άνοιξη.

Μάθε να δίνεις στην αγάπη.
Οι αγκαλιές φτιάχτηκαν για να ‘ναι ανοιχτές, άπλωσε τα χέρια σου.
Μάζεψε τραγούδια από τα χείλη μου και δάκρυα απ’ τα μάτια μου.
Κλείστα σφιχτά και φίλησέ τα. Πάρε φως απ’ τη ματιά μου κι άσε με να σ’
ακολουθώ.

Μην ζητάς περισσότερα απ’όσα μπορείς να κλέψεις στον έρωτα.
Ένα λεπτό, ένα ψιθυριστό «κι εγώ», ένα γέλιο πεταχτό και αθώο.
Ζήσε το παραμύθι σου σαν πρίγκιπας πριν γίνεις αυλικός
κι ας χρειαστεί να παλέψεις με μερικούς δράκους. Μόνο έτσι ο έρωτας αξίζει.

Εγώ θα μείνω πάντα μάγισσα ψυχή μου και ας μη μπω ποτέ μου σε παλάτι.
Ζητούν μαγεία οι στιγμές και το ‘χω σκοπό να μείνω ταγμένος, πιστός συλλέκτης.
Τις φυτεύω, τις φροντίζω, τις ξορκίζω να μη μαραίνονται ποτέ.
Μόνο έτσι η αγάπη ανθίζει.

Penelope Gialeli – healingeffect.gr

https://www.healingeffect.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.