Ιανουαρίου 18, 2022

Ποίηση

Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε

Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!


Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.


Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.

Ο. Ελύτης, "Δεύτερη Φύση" (Προσανατολισμοί)

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.

Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι

Αθήνα, 10/3/08

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά αργόσυρτες
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν «κλαψιάρα,
κλαψιάρα, τι χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα κόμπο τον κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά ηλεκτρισμένα.
Σβιιιιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου έργο
είναι.
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.

[Anne Sexton: Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε το 1928 και πέθανε το 1974. Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη, μαζί με τους R.Lowell, S.Plath, J.Berryman και W.D.Snodgrass του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης (Confessional Poetry)]

Ποίηση

Ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας.

Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.

Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.

Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: mikreskathimerinesistories.wordpress.com

Ποίηση
Όσο περνούν οι μέρες
και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας,
αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές
εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα
με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα
κι απ' τις χειρονομίες -
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ
και τη βρίσκω
μ' ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλομή.
 

Από την ποιητική συλλογή «Ξένα γόνατα», (1954)
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ποίηση

Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα,
Με υπομονή, με αντοχή
κι όλη τη γλύκα της γης πάνω της.
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό
μέσα στο σπίτι και όλα τα πρόφταινε
ανέκοπα κι αθόρυβα,
σαν να 'χαν τα χέρια της
μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη
που κυβερνούσε με καλοσύνη
την καθημερινή ανάγκη.
''Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα''
συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την,
''η νεράιδα που λεν τα παραμύθια''
και κινούσε στο παιδικό μου μυαλό
η φαντασία να δουλεύει.
Μια νύχτα ο πατέρας μου,
περνώντας από τον ποταμό,
την είδε να χορεύει στο φεγγάρι,
χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο,
κι από τότε την έφερε στο σπίτι
και την έκανε γυναίκα του.
Κι όλη μέρα πάει κι έρχεται
η μάνα μέσα στο σπίτι
και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο,
να το ρίξει στα μαλλιά της,
να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται,
να ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες,
να ξεσκεπάζει τα πιθάρια,
να σκύβει κάτω από το κρεββάτι,
κι έτρεμα μην τύχει και βρει
το κεφαλομάντηλό της και γίνει άφαντη.
Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια
και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου.
Οι ώρες που περνούσα
με τη μητέρα μου, ήταν γεμάτες μυστήριο.
Πότε μου διηγόταν για τον πατέρα της,
για το χωριό που γεννήθηκε
και πότε εγώ της στορούσα
τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει
και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου.
Δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους,
έβαζα κι από δικού μου,
ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου
τα κλάματα, τη λυπόμουν,
κάθιζα στα γόνατά της,
της χάιδευα τα μαλλιά,
και την παρηγορούσα:
''Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα,
μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν
κάτω από ανθισμένα δέντρα,
κουβεντιάζουν με τους αγγέλους
και ξέχασαν τα βάσανά τους.
Και κάθε Κυριακή
βάζουν χρυσά ρούχα και πάνε
να κάμουν βίζιτα στο Θεό.''
Η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της
και με κοίταζε σα να μου 'λεγε:
''Αλήθεια λες;'' και χαμογελούσε...

Αναφορά στον Γκρέκο- Νίκος Καζαντζάκης

Ποίηση

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου

ό,τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό,τι μου λείπει με διδάσκει
ό,τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/2

Ποίηση

…. Σ’ αναζητάω
σαν τον τυφλό που ψάχνει να βρει το πόμολο της πόρτας
σ’ ένα σπίτι που ’πιασε φωτιά.
Κι ο άνεργος που γυρίζει αργά, για να ’χουν όλοι κοιμηθεί
στο σπίτι…
να λιχνίζει κι ο κίνδυνος την ψυχή μας και να μένει ότι
πιο άγιο και καθαρό.
Νύχτες υψωμένες ως το άπειρο, κι ακόμα ψηλότερα, ως
τον εαυτό μας,
ωριμάζοντας το απίθανο και το οριστικό.

Ήρεμος και απόμακρος, σα μια πράξη που έγινε
και την ακολουθεί η σιωπή.
Αν η καλοσύνη είναι το χέρι του Θεού πάνω απ’ τον κόσμο,
η δικαιοσύνη είναι το πρόσωπο του μεγάλου ανθρώπινου πλήθους
μέσα μας.
Γιατί ο πόνος, ο απέραντος ανθρώπινος πόνος,
σ’ ανασηκώνει πάνω απ’ τον εαυτό σου.
Και τότε καταλαβαίνεις
τους πόνους του απείρου
όταν κοιλοπονούσε τον κόσμο.
Και τους πόνους της γης
για να γεννήσει ένα στάχυ.
Ή τους πόνους ολόκληρης
της αιωνιότητας, για να γεννηθεί κάποτε
ένα τραγούδι.

Και μέσα στη φωνή μας τρέμαν όλοι οι αιώνιοι χωρισμοί.
…μη μας στερήσεις ποτέ, ώ άγια, γλυκιά ζωή
την αγάπη μας για σένα!
Μα τα χέρια τους είναι τυφλά,
σακατεμένα απ’ το βάρος όλων αυτών
που δεν έδωσαν.
Άνθρωποι μικρόψυχοι μέσα στις αρετές τους, κι άλλοι
εξαγνισμένοι απ’ τις πελώριες αμαρτίες τους.
Κι ο κάθε πόνος μας είναι μια μυστική, πικρή επιστροφή
στην άγια ταπεινότητα των απλών πραγμάτων.

Δικές μας απαιτήσεις απ’ τους άλλους,
ενώ μαντεύαμε κι εκείνων τη μικρότητα
και τη δική μας υστεροβουλία.
Λόγια που τα προμελετήσαμε, μα που όταν
ήρθε η ώρα, δώσαν τη θέση τους
σε μια δειλή σιωπή…
Πού να πας τότε; Πού θα κρυφτείς! Τι την έκανες
την ανεπανάληπτη ζωή σου;
Γιατί στο βάθος, μας βασανίζει ανελέητα η απόγνωση
να ’χουμε κάτι ολότελα δικό μας…
Κι ο εγωισμός,
είναι κι αυτός ένας απελπισμένος τρόπος
να υπάρξεις. ….

Τάσος Λειβαδίτης
- από τις "ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΤΑ ΑΛΟΓΙΣΙΑ ΜΑΤΙΑ"

Ποίηση

Σήμερα συμπληρώνονται 112 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, ο οποίος έγραψε ένα χρυσό κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας με τα ποιήματα του και ανήκει στη λεγόμενη «γενιά του ‘30. Ο «Επιτάφιος», η «Ρωμιοσύνη» και η «Σονάτα υπό το Σεληνόφως» είναι τρία από τα πιο γνωστά έργα του ενώ το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά την πρωτομαγιά του 1909. Ήταν το μικρότερο από τα τέσσερα παιδιά του μεγαλοκτηματία Ελευθέριου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήταν η Νίνα (1898-1970), ο Μίμης (1899-1921) και η Λούλα (1908- 1995).

Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς και το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου. Την ίδια χρονιά πέθαναν ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του Ελευθερία, και οι δύο από φυματίωση. Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα».

Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του Λούλα για την Αθήνα. Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του κι έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα. Το 1926 προσβλήθηκε και ο ίδιος από φυματίωση και επέστρεψε στη Μονεμβασιά ως το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, οπότε γράφτηκε στη Νομική Σχολή της Αθήνας, χωρίς να μπορέσει ποτέ να φοιτήσει. Συνέχισε να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκαρίου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

Τον Ιανουάριο του 1927 νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στη «Σωτηρία» ο Ρίτσος γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός». Από το φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα κι ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις. Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική. Τον επόμενο χρόνο, ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Το 1933 συνεργάστηκε με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι» και για τέσσερα χρόνια ως ηθοποιός με τους θιάσους Ζωζώς Νταλμάς, Ριτσιάρδη, Παπαϊωάννου και Μακέδου. Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του Ριζοσπάστη κι εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του). Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορεί τη δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά τη διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας. Την επομένη, ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα. Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρνηθας και τον ίδιο χρόνο, συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφής Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης. Ο Κωστής Παλαμάς, εντυπωσιασμένος από το ποίημα, έγραψε τους στίχους - εγκώμιο για τον Ρίτσο:

Γρήγορο αργοφλοίβισμα της γαλάζιας πλάσης
Να παραμερίσουμε για να περάσης.

Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία» και προσλαμβάνεται στο Εθνικό Θέατρο. Δύο χρόνια αργότερα, εκδίδει την «Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής» και προσλαμβάνεται ως χορευτής στη Λυρική Σκηνή.

Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Ρίτσος έζησε κατάκοιτος, παρόλα αυτά συμμετείχε στη δραστηριότητα του μορφωτικού τμήματος του ΕΑΜ και αρνήθηκε να δεχτεί χρήματα από έρανο όταν κινδύνεψε η ζωή του από τις κακουχίες το 1942. Μετά την ήττα του ΕΛΑΣ στα «Δεκεμβριανά» ακολούθησε τις δυνάμεις του στη σύμπτυξη. Περνά από τη Λαμία, όπου συναντά τον Άρη Βελουχιώτη και φθάνει μέχρι την Κοζάνη, όπου ανεβάστηκε το θεατρικό του «Η Αθήνα στ’ άρματα». Το 1945 γράφει τη «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που το μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα και πολιτεύτηκε στην ΕΔΑ. Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μία κόρη, την Έρη (1955). Το 1956 ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση ως μέλος αντιπροσωπείας διανοουμένων και δημοσιογράφων και την ίδια χρονιά τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Όταν το διάβασε ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Λουί Αραγκόν (1897-1982) αισθάνθηκε «το βίαιο τράνταγμα μιας μεγαλοφυΐας» και αποφάνθηκε πως ο δημιουργός του είναι «ο μεγαλύτερος από τους ποιητές του καιρού μας που βρίσκονται στη ζωή».

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό. Το 1962 ο Ρίτσος επισκέφθηκε τη Ρουμανία και συναντήθηκε με το Ναζίμ Χικμέτ, του οποίου μετέφρασε ποίηματα στα ελληνικά. Κατόπιν πήγε στην Τσεχία και τη Σλοβακία, όπου ολοκλήρωσε την Ανθολογία Τσέχων και Σλοβάκων ποιητών, την Ουγγαρία και τη Λ. Δ. της Γερμανίας. Το 1964 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές με την ΕΔΑ.

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου. Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στη συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου. Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών. Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς. Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί». Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στη Μόσχα. Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.

Ο Γιάννης Ρίτσος έφυγε από τη ζωή στις 11 Νοεμβρίου 1990, αφήνοντας πίσω του 50 ανέκδοτες ποιητικές συλλογές. Ενταφιάστηκε τρεις μέρες αργότερα στη γενέτειρά του Μονεμβασιά.

Το κύριο σώμα του έργου του συγκροτούν πάνω από 100 ποιητικές συλλογές, 9 πεζογραφήματα και 4 θεατρικά έργα. Οι μελέτες για ομοτέχνους του, οι πολυάριθμες μεταφράσεις και χρονογραφήματα, καθώς και άλλα δημοσιεύματα συμπληρώνουν την εικόνα του χαλκέντερου δημιουργού.

Πηγή: sansimera.gr

Ποίηση

Για πολλούς το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη είναι ένα από τα πιο ερωτικά ποιήματα που έχουν γραφτεί ποτέ.


Άμεσο, συγκινητικό, βαθιά τρυφερό και ερωτικό, το Μονόγραμμα είναι ένα από αυτά τα ποιήματα που κάθε φορά έχουν κάτι καινούριο να πούν, κάτι νέο να μας δείξουν. Αν το διαβάσετε σε διαφορετικές εποχές, ανάλογα με την ψυχική και συναισθηματική σας διάθεση θα σας αγγίξει διαφορετικά.

Το Μονόγραμμα έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης κατά τη διαμονή του στο Παρίσι (1969-1971). Το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την Άνοιξη του 1971 στις Βρυξέλλες σε χειρόγραφη μορφή. Στην Ελλάδα τυπώθηκε το φθινόπωρο του 1972.

Το Μονόγραμμα του Οδυσσέα Ελύτη (απόσπασμα)
Σ’ αγαπάω μ’ ακούς;
Κλαίω, πως αλλιώς, αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι
κλαίω για τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς
και τραγουδάω για τα αλλά που πέρασαν, εάν είναι αλήθεια.
Για τα “πίστεψέ με” και τα “μη.”
Μια στον αέρα μια στη μουσική,
εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδάω
κλαίω για το σώμα πού άγγιξα και είδα τον κόσμο.
Έτσι μιλώ για σένα και για μένα..
Επειδή σ’ αγαπάω και στην αγάπη
ξέρω να μπαίνω σαν πανσέληνος
από παντού, για σένα
μέσα στα σεντόνια, να μαδάω λουλούδια κι έχω τη δύναμη.
Αποκοιμισμένο, να φυσάω να σε πηγαίνω παντού,
σ’ έχουν ακούσει τα κύματα πως χαϊδεύεις,
πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το “τι” και το “ε.”
Πάντα εμείς το φως κι η σκιά.
Πάντα εσύ τ’ αστεράκι και πάντα εγώ το σκοτάδι,
πάντα εσύ το πέτρινο άγαλμα και πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει.
Το κλειστό παντζούρι εσύ, ο αέρας πού το ανοίγει εγώ.
Επειδή σ’ αγαπάω και σ’ αγαπάω.
Πάντα εσύ το νόμισμα και εγώ η λατρεία που το εξαργυρώνει
τόσο η νύχτα, τόσο η βοή στον άνεμο.
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή που πια
δεν έχω τίποτε άλλο μες στους τέσσερις τοίχους,
το ταβάνι, το πάτωμα να φωνάζω από σένα
και να με χτυπά η φωνή μου
να μυρίζω από σένα και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι.
Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο
δεν τ’ αντέχουν οι άνθρωποι κι είναι νωρίς, μ’ακούς;
Είναι νωρίς ακόμη μέσα στον κόσμο αυτόν αγάπη μου
να μιλώ για σένα και για μένα.
Είναι νωρίς ακόμη μες στον κόσμο αυτόν, μ’ ακούς;
Είμ’ εγώ, μ’ ακούς; Σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Πού μ’ αφήνεις, που πας, μ’ ακούς;
Θα ’ρθει μέρα, μ’ ακούς; για μας, μ’ ακούς;
Πουθενά δεν πάω, μ’ ακούς;
Ή κανείς ή κι οι δύο μαζί, μ’ ακούς;
το λουλούδι αυτό της καταιγίδας και μ’ ακούς;
Της αγάπης μια για πάντα το κόψαμε
και δεν γίνεται ν’ ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς;
Σ’ άλλη γη, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς;
δεν υπάρχει το χώμα δεν υπάρχει ο αέρας που αγγίξαμε,
ο ίδιος, μ’ ακούς;
και κανείς δεν κατάφερε από τόσον χειμώνα
κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς;
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς;
Μες στη μέση της θάλασσας
από το μόνο θέλημα της αγάπης, μ ’ακούς.
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς.
Άκου, ποιος μιλάει στα νερά και ποιος κλαίει, ακούς;
Είμαι εγώ που φωνάζω κι είμαι εγώ που κλαίω, μ’ ακούς;
Σ’ αγαπάω, σ’ αγαπάω, μ’ ακούς;
Για σένα έχω μιλήσει σε καιρούς παλιούς
και γιατί, λέει, να μέλει κοντά σου να ’ρθω.
Που δεν θέλω αγάπη αλλά θέλω τον αέρα που αναπνέεις
και για σένα κανείς δεν είχε ακούσει.
Μόνη να περιμένω που θα πρωτοφανείς
σαν από μια εικόνα καταστραμμένη.
Που κανείς να μην έχει δει για σένα για σένα μόνο εγώ,
μπορεί, και η μουσική που διώχνω μέσα μου
αλλά αυτή γυρίζει δυνατότερη για σένα,
όλα για σένα, για σένα σαν καρφίτσα η μυρωδιά η πικρή.
Που βρίσκει μες στο σώμα και που τρυπάει τη θύμηση
έτσι σ’ έχω κοιτάξει που μου αρκεί.
Να’ χει ο χρόνος όλος αθωωθεί μες σε αυτά που το πέρασμα σου αφήνει.
Νίκη, νίκη όπου έχω νικηθεί πριν από εσένα και μαζί σου.
Πήγαινε, και ας έχω εγώ χαθεί ένα κρεβάτι μεγάλο και πόρτα μικρή
Έχω ρίξει μέσα μια φωνή κι έναν καθρέφτη να κοιτάζομαι κάθε πρωί που ξυπνώ.
Να σε βλέπω μισό να περνάς από μπροστά μου
και μισή να κλαίω για αυτό που χάνω, σ’ αγαπάω… Μ’ ακούς;

Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.