Δεκεμβρίου 08, 2021

Ποίηση

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει

Το τρένο μας με το πολύτιμο φορτίο
Το τρένο μιας άλλης ώρας
Μιας άλλης χώρας που σύνορα δεν έχει.

Θα περιμένουμε μην τυχόν περάσει
Το τρένο που δεν μπορεί μια η ξεκίνησε να σταματήσει
Τώρα σε σήραγγα μπορεί να βρίσκεται
Μπορεί να βρίσκεται σε δύσκολο βουνό
Ίσως σε κάμπο με πλημμύρα
Σε τόπο που να `ναι μεσημέρι
Ή σ’ άλλον που να'’ ναι βράδυ
Μα θα περάσει.

Κι εμείς θα περιμένουμε
Γιατί δεν είναι δυνατό να δεσμευθεί
Δεν είναι δυνατόν να σπάσει
Να κουραστεί σε στέπες και σε πάμπες
Και σ’ επικίνδυνες ανηφοριές
Το τρένο μας, που σίγουρα θα φτάσει.

Θα περιμένουμε λοιπόν ακόμα,
Σήμερα κι αύριο και μεθαύριο
Θα περιμένουμε το τραίνο πάντα
Γιατί δεν είναι δυνατόν να μην περάσει.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ποίηση

ΠΡΩΙΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ (1883)

Η κάθε του Θεού αυγή είναι γι’ αυτόν
και μια καινούργια έκπληξη
είναι τα δάκρυα της γης
που κάνουνε τα γέλια της ν’ ανθούνε,
Ποια γλώσσα είναι η δική σου θάλασσα;
Η γλώσσα της αιώνιας απορίας
Ποια γλώσσα είναι η δική σου απάντηση Ουρανέ;
Η γλώσσα της αιώνιας σιωπής.
Ο πόθος του πουλιού να ήταν σύννεφο.
Μα πως ποθεί το σύννεφο να ήταν πουλί!
Κάθε παιδί μας φέρνει κι ένα μήνυμα,
πως ο Θεός ακόμη δεν βαρέθηκε τον άνθρωπο
Ω μικρούληδες, του κόσμου τούτου αλήτες,

αφήστε μου τ’ αχνάρια σας στα λόγια μου.
Το ότι υπάρχω είναι μια αιώνια έκπληξη που λέγεται Ζωή.
Γέλασες μα δεν μίλησες για τίποτε
κι αισθάνθηκα πως ήταν γι’ αυτό
που τόσο πρόσμενα καιρό.
μικρό μου χορταράκι, μικρά τα βήματα σου,
μα όλη τη γη κρατείς κάτω από τα πόδια σου
ποτέ να μη φοβάσαι τις στιγμές,
αυτό σου τραγουδάει η φωνή του αιώνιου.
Μας δίνεται η ζωή, μα δίνοντας την τήν κερδίζουμε.
Διαβάζουμε τον κόσμο λανθασμένα
και λέμε πως μας απατά
του θανάτου η σφραγίδα,
δίνει αξία στης ζωής το νόμισμα
κι έτσι αγοράζει κανείς με τη ζωή,
ότι είναι πολύτιμο.
Ο θόρυβος μιας στιγμής τη μουσική του Αιώνιου χλευάζει
φίλησε ο κόσμος την ψυχή μου
με τον πόνο του
κι αντάλλαγμα της ζήτησε τραγούδια
αυτός που πάντα βρίσκεται σε κίνηση
κάνοντας το καλό
ποτέ δεν βρίσκει τον καιρό καλός να είναι
το φεγγάρι έχει το φως του
για όλο τον Ουρανό
Τις σκοτεινές κηλίδες του γι’ αυτό το ίδιο.
Είσαι γεμάτος με τη σκόνη
των πεθαμένων λέξεων
πλύνε την ψυχή σου με σιωπή
η σιωπή θα βαστάξει τη φωνή σου
όμοια με την φωλιά
που τα κοιμώμενα πουλιά κρατεί.

Ο Ραμπινστρανάθ Ταγκόρ, Ινδός ποιητής και πεζογράφος , με παγκόσμια ακτινοβολία, γεννήθηκε στην Καλκούτα το 1861 και ήταν γόνος παλιάς ξακουστής οικογένειας θρησκευτικών και κοινωνικών μεταρρυθμιστών. Μετά τα απαραίτητα γνωστικά εφόδια που πήρε στη γενέτειρά του, ήρθε στην Αγγλία το 1877, για να σπουδάσει νομικά, αλλά σύντομα εγκατέλειψε τις σπουδές του κι επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, γράφοντας στη βεγγαλική γλώσσα. Τα λυρικά του ποιήματα κοσμούν την πλούσια λογοτεχνική του παραγωγή και προκαλούν το θαυμασμό όχι μόνο στους ομοεθνείς του, αλλά, ξεπερνώντας τα όρια της Ινδίας, κάνουν τον Ταγκόρ γνωστό σε όλο τον κόσμο.

Ποίηση

Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις,
πώς δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.

Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους,
μές στή βαθιά τους πολυθρόνα,
πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε
τό πουπουλένιο πάπλωμά τους.

Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους,
σ’ ἕνα κουπάκι του καφέ,
σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ...

Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ βαθιά πού κοιμοῦνται,
ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.

Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει."

Αργύρης Χιόνης (1943 - 2011) - IA', Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθρέφτη (1986)

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ναι, αγαπημένη μου,
Πολύ πριν σε συναντήσω εγώ σε περίμενα
Πάντοτε σε περίμενα. Αλήθεια εκείνη η άνοιξη
εκείνο το πρωινό, εκείνη η απλή κάμαρα της ευτυχίας,
αυτό το σώμα σου που κράταγα πρώτη φορά γυμνό,
αυτά τα δάκρυα που δεν μπόρεσα
στο τέλος να κρατήσω πόσο σου πήγαιναν.
Α, θάθελα να φιλήσω τα χέρια του πατέρα σου,
της μητέρας σου τα γόνατα που σε γέννησαν για μένα
να φιλήσω όλες τις καρέκλες
που ακούμπησες περνώντας με το φόρεμα σου,
να κρύψω σαν φυλακτό στον κόρφο μου
ένα μικρό κομμάτι απ’ το σεντόνι που κοιμήθηκες.
Θα μπορούσα ακόμη να χαμογελάσω στον άντρα
που σ’ έχει δει γυμνή πριν από μένα,
να του χαμογελάσω,
που του δόθηκε μια τόση ατελείωτη ευτυχία.
Γιατί εγώ, αγαπημένη, σου χρωστάω κάτι
Πιο πολύ απ΄τον έρωτα,
εγώ σου χρωστάω το τραγούδι και την ελπίδα,
τα δάκρυα και πάλι την ελπίδα.
Στην πιο μικρή στιγμή μαζί σου,
έζησα όλη τη ζωή.

Ο Τάσος Λειβαδίτης με πόση τρυφερότητα, ένταση ,ενθουσιασμό, ευαισθησία, πόνο και θλίψη αναφέρεται στον έρωτα, στη δύναμή του που σπάει το φράγμα του χρόνου, που μεταμορφώνει και εξιδανικεύει, στην απόλυτη ευτυχία και στην κτητικότητα των ερωτευμένων!

(απόσπασμα)

 

Ποίηση

Χαμόγελο! Η πριγκίπισσά του θέλησε

Να γεννηθεί κάτω απ' τη δυναστεία των ρόδων!


Ο χρόνος είναι γρήγορος ίσκιος πουλιών
Τα μάτια μου ορθάνοιχτα μες στις εικόνες του
Γύρω απ' την ολοπράσινη επιτυχία των φύλλων
Οι πεταλούδες ζουν μεγάλες περιπέτειες
Ενώ η αθωότητα
Ξεντύνεται το τελευταίο της ψέμα
Γλυκιά περιπέτεια Γλυκιά
Η Ζωή.


Επίγραμμα

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα.

Ο. Ελύτης, "Δεύτερη Φύση" (Προσανατολισμοί)

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι’αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.

Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε
απ’το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες, ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα…Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι

Αθήνα, 10/3/08

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Το στόμα μου ανθίζει σαν πληγή.
Πέρασα όλη τη χρονιά αδικημένη, κουραστικά αργόσυρτες
οι νύχτες, άδειες, σκληροί αγκώνες μόνο
και στοίβες χαρτομάντιλα που φώναζαν «κλαψιάρα,
κλαψιάρα, τι χαζή που είσαι!».

Άχρηστο το κορμί μου μέχρι χθες.
Σήμερα σκίζονται οι ορθές του γωνίες.
Σήμερα σκίζει τα ρούχα τα σεμνότυφα κόμπο τον κόμπο
και κοίτα – με τρυπούν ολόκληρη καρφιά ηλεκτρισμένα.
Σβιιιιν! Ανάσταση!

Κάποτε το κορμί μου ήτανε βάρκα, σκέτο ξύλο
σε αχρηστία, με δίχως θάλασσα από κάτω,
με την μπογιά της ξεφτισμένη. Ένας σωρός σανίδες,
τίποτ’ άλλο. Όμως εσύ με σήκωσες, μ’ αρμάτωσες.
Έγινα η εκλεκτή σου.

Τα νεύρα μου έχουν τεντωθεί. Τ’ ακούω σαν
μουσικά όργανα. Στη θέση της παλιάς σιωπής
ασταμάτητα χτυπούν τα τύμπανα, οι χορδές. Δικό σου έργο
είναι.
Ιδιοφυΐα στην πράξη. Αγάπη μου, ο συνθέτης έπεσε
στη φωτιά.

[Anne Sexton: Αμερικανίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε το 1928 και πέθανε το 1974. Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη, μαζί με τους R.Lowell, S.Plath, J.Berryman και W.D.Snodgrass του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης (Confessional Poetry)]

Ποίηση

Ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Άργησα πολύ να καταλάβω τι σημαίνει ταπεινοσύνη και φταίνε αυτοί που μου μάθανε να την τοποθετώ στον άλλο πόλο της υπερηφάνειας.

Πρέπει να εξημερώσεις την ιδέα της ύπαρξης μέσα σου, για να την καταλάβεις.

Μια μέρα που ένιωθα να μ’ έχουν εγκαταλείψει όλα και μια μεγάλη θλίψη να πέφτει αργά στην ψυχή μου, τράβηξα κει που περπατούσα μες στα χωράφια χωρίς σωτηρία, ένα κλωνάρι άγνωστου θάμνου.

Το ‘κοψα και το ‘φερα στο απάνω χείλι μου. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι ο άνθρωπος είναι αθώος.

Το διάβασα σ’ αυτή τη στυφή από αλήθεια ευωδιά τόσο έντονα, που πήρα να προχωρώ το δρόμο της μ’ ελαφρύ βήμα και καρδιά ιεραπόστολου.

Ώσπου, σε μεγάλο βάθος, μου έγινε συνείδηση πια, ότι όλες οι θρησκείες λέγανε ψέματα.

Ναι, ο Παράδεισος δεν ήταν μια νοσταλγία.

Ούτε, πολύ περισσότερο, μια ανταμοιβή.

Ήταν ένα δικαίωμα.

Οδυσσέας Ελύτης

Πηγή: mikreskathimerinesistories.wordpress.com

Ποίηση
Όσο περνούν οι μέρες
και μακραίνει
η ηλικία της σεμνότητας,
αισθάνομαι
τις ανεπαίσθητες ραγισματιές
εντός μου
από νύχτα σε νύχτα να πληθαίνουν:
δρόμοι που πήρα
με χαμηλωμένα μάτια
φώτα που πέσαν πάνω μου ανελέητα
λόγια πιο πρόστυχα
κι απ' τις χειρονομίες -
μα πιο πολύ, η όψη της μητέρας μου
όταν γυρνώ αργά το βράδυ
και τη βρίσκω
μ' ένα βιβλίο στο χέρι να προσμένει
βουβή ξενυχτισμένη και χλομή.
 

Από την ποιητική συλλογή «Ξένα γόνατα», (1954)
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Ποίηση

Η μάνα μου, μια άγια γυναίκα,
Με υπομονή, με αντοχή
κι όλη τη γλύκα της γης πάνω της.
Πηγαινοέρχονταν σαν πνέμα αγαθό
μέσα στο σπίτι και όλα τα πρόφταινε
ανέκοπα κι αθόρυβα,
σαν να 'χαν τα χέρια της
μια καλοπροαίρετη μαγική δύναμη
που κυβερνούσε με καλοσύνη
την καθημερινή ανάγκη.
''Μπορεί και να 'ναι η νεράιδα''
συλλογιζόμουν κοιτάζοντάς την,
''η νεράιδα που λεν τα παραμύθια''
και κινούσε στο παιδικό μου μυαλό
η φαντασία να δουλεύει.
Μια νύχτα ο πατέρας μου,
περνώντας από τον ποταμό,
την είδε να χορεύει στο φεγγάρι,
χίμηξε, της άρπαξε το κεφαλομάντηλο,
κι από τότε την έφερε στο σπίτι
και την έκανε γυναίκα του.
Κι όλη μέρα πάει κι έρχεται
η μάνα μέσα στο σπίτι
και ψάχνει να βρει το κεφαλομάντηλο,
να το ρίξει στα μαλλιά της,
να γίνει πάλι νεράιδα και να φύγει.
Την κοίταζα να πηγαινοέρχεται,
να ανοίγει τα ντουλάπια και τις κασέλες,
να ξεσκεπάζει τα πιθάρια,
να σκύβει κάτω από το κρεββάτι,
κι έτρεμα μην τύχει και βρει
το κεφαλομάντηλό της και γίνει άφαντη.
Η τρομάρα αυτή βάσταξε χρόνια
και λάβωσε βαθιά τη νιογέννητη ψυχή μου.
Οι ώρες που περνούσα
με τη μητέρα μου, ήταν γεμάτες μυστήριο.
Πότε μου διηγόταν για τον πατέρα της,
για το χωριό που γεννήθηκε
και πότε εγώ της στορούσα
τους βίους των αγίων που είχα διαβάσει
και ξόμπλιαζα τη ζωή τους με τη φαντασία μου.
Δε μ' έφταναν τα μαρτύριά τους,
έβαζα κι από δικού μου,
ωσότου έπαιρναν τη μητέρα μου
τα κλάματα, τη λυπόμουν,
κάθιζα στα γόνατά της,
της χάιδευα τα μαλλιά,
και την παρηγορούσα:
''Μπήκαν στον Παράδεισο, μητέρα,
μη στενοχωριέσαι, σεργιανίζουν
κάτω από ανθισμένα δέντρα,
κουβεντιάζουν με τους αγγέλους
και ξέχασαν τα βάσανά τους.
Και κάθε Κυριακή
βάζουν χρυσά ρούχα και πάνε
να κάμουν βίζιτα στο Θεό.''
Η μητέρα σφούγγιζε τα δάκρυά της
και με κοίταζε σα να μου 'λεγε:
''Αλήθεια λες;'' και χαμογελούσε...

Αναφορά στον Γκρέκο- Νίκος Καζαντζάκης

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.