Ιανουαρίου 18, 2022

Ποίηση

Θα ΄θελα να είχα ξεφύγει ....
Θα ΄θελα να είχα καταφέρει το ακατόρθωτο..
Θα ΄θελα να είχα πάρει ανάσα..
Θα΄θελα να είχα πετύχει....
Θα ΄θελα να μ΄αγαπάς..
Θα ΄θελα να μη σε αγαπώ...
ή θα΄θέλα να σ΄αγαπώ...
Θα ΄θελα να μη έχω κάνει λάθη...
Θα ΄θελα να μη σε έχω γνωρίσει...
Θα ΄θέλα να είχα καιρό...
Θα ΄θέλα να μη μπερδεύομαι..
Θα΄θελα να είμαι αστέρι...
Θα ΄θέλα να είσαι φεγγάρι
Θα ΄θέλα να κοιτάμε το ουρανό
θα ΄θέλα να γελάς..
Να γελάμε
Να αγαπάμε...
Θα ΄θελα να είσαι - είμαι ανατροπή...
Θα ΄θελα να είσαι - είμαι αλλαγή...

 

Γράφει Mίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

 

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά, δεν έπιανε τίποτα. Όταν ο άνεμος ερχόταν από τα βάθη της θάλασσας, τότε τα δίχτυα του γέμιζαν χιλιάδες ψάρια.

Ένα βράδυ τα δίχτυα του ήταν τόσο βαριά που δεν μπορούσε να τα τραβήξει πάνω στη βάρκα του. “Πω! Πω! Σίγουρα έχω πιάσει όλα τα ψάρια της θάλασσας ή κανένα μεγάλο τέρας από αυτά που μόνο σε απέραντους ωκεανούς μπορείς να βρεις.”

Όταν με τα πολλά κατάφερε να φέρει το δίχτυ στην επιφάνεια, δεν είδε τίποτε άλλο παρά μια μικρή Γοργόνα που κοιμόταν, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα.

Ο ψαράς μόλις την είδε έχασε τη λαλιά του. Ήταν τόσο όμορφη, που άλλη γυναίκα δεν είχε δει πουθενά να έχει τη δική ης ομορφιά. Τα μαλλιά της υγρά και ξανθά σαν το χρυσάφι έπεφταν στους ώμους της. Το κορμί της ήταν ολόλευκο και η ουρά της σαν να ήταν καμωμένη από χιλιάδες μαργαριτάρια. Πράσινα πέπλα της θάλασσας τυλίγονταν γύρω της και σαν κοράλλια ήταν τα μάτια και τα χείλη της.

Ο ψαράς δεν μπόρεσε να κρατηθεί και άπλωσε τα χέρια του κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του. Η Γοργόνα ξύπνησε και τρόμαξε τόσο πολύ, που παρακαλούσε τον ψαρά να την αφήσει να φύγει, γιατί ήταν η μοναχοκόρη του βασιλιά του θαλασσόκοσμου.

Τότε ο μικρός ψαράς, αφού σκέφτηκε λίγο και επειδή δε ήθελε να τη χάσει, της είπε ότι θα την άφηνε να φύγει, αρκεί, όποτε την φώναζε, να έβγαινε πάνω στον αφρό της θάλασσας και να του σιγοτραγουδούσε. Η Γοργόνα του το υποσχέθηκε και έτσι και έγινε.

Κάθε βράδυ ο μικρός ψαράς πήγαινε στο ίδιο σημείο και την καλούσε. Έβγαινε τότε εκείνη και τραγουδούσε τόσο γλυκά, που όλα τα ψάρια μαζεύονταν γύρω της για να την ακούσουν και τα δελφίνια χόρευαν πάνω στον αφρό.

Ο Ψαράς μαγεμένος ξεχνούσε τα δίχτυα του και τα ψάρια του και ερωτευμένος καθώς ήταν, καθόταν μόνο και κοιτούσε την όμορφη Γοργόνα, ακούγοντας το τραγούδι της. Ώσπου ένα βράδυ δεν άντεξε άλλο να κοιτάει μόνο τη Γοργόνα χωρίς να την αγγίξει και να ζήσει μαζί της που της είπε:

«Γοργόνα, Γοργονίτσα σ’ αγαπάω και θέλω να γίνω άντρας σου. Θέλω τη ζωή μου να την περάσω μαζί σου».

Η μικρή Γοργόνα όμως κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις ανθρώπινη ψυχή. Αν τα καταφέρεις να διώξεις την ψυχή σου, τότε θα μπορέσω να σε αγαπήσω και να έρθεις μαζί μου στο θαλασσόκοσμο και το βασίλειο μου». Αυτά είπε η Γοργόνα και έφυγε.

Τότε ο Ψαράς σκεφτόμενος μονολογούσε: «Τι είναι αλήθεια η ψυχή και σε τι μας χρησιμεύει; Εγώ δεν την έχω δει ποτέ και δεν την έχω αγγίξει. Άρα θα είναι κάτι περιττό μάλλον που έχουμε μέσα μας. Και βέβαια θα το διώξω, αν πρόκειται να κερδίσω την ευτυχία που αποζητάω, παίρνοντας για γυναίκα μου την πεντάμορφη Γοργόνα».

Χωρίς να σκεφτεί παραπάνω, τρέχει στον παπά τρομαγμένος από τα λόγια αυτά και θυμωμένος του λέει: «Αλίμονο! Ποιος σε μάγεψε και λες τέτοια λόγια; Την ψυχή μας την έχει δώσει ο Θεός για να είμαστε άνθρωποι καλοί και ευγενικοί. Να σκεφτόμαστε και να κάνουμε πάντα το σωστό. Χωρίς την ψυχή και την βοήθεια της καρδιάς ο άνθρωπος κάνει τις χειρότερες πράξεις και τίποτα δεν έχει μέσα του, γιατί δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Τίποτα δεν αξίζει όσο αυτή και δεν υπάρχει μεγαλύτερη θυσία από αυτή που έκανε ο ίδιος ο Θεός για την ψυχή. Μόνο φύγε τώρα από ‘δω και μη σε ξανακούσω να λες τέτοια πράγματα.».

Όμως ο μικρός Ψαράς μαγεμένος από τη Γοργόνα του, το είχε πάρει απόφαση. Θα έδινε την ψυχή του και αυτά που του είπε ο παπάς καθόλου δεν τασκέφτηκε, γιατί δεν τα καταλάβαινε. Θυμήθηκε τότε πως παλιότερα είχε ακούσει για μια μάγισσα που ζούσε σε μια σπηλιά πάνω σε ένα ψηλό βουνό και όλα μπορούσε να τακαταφέρει. Πήρε το δρόμο ο μικρός ψαράς για το βουνό και, αφού περπάτησε πολύ, βλέπει από μακριά μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά κρατώντας στα χέρια της πολλά περίεργα βότανα.

Κατάλαβε ότι ήταν η μάγισσα και έτρεξε κοντά της. «Θέλω να διώξω την ψυχή μου», της είπε με φωνή που έτρεμε από την κούραση και την αγωνία.

Η μάγισσα ποτέ δε φανταζόταν ότι θα της ζητούσε κάποιος κάτι τόσο τρομερό. Χλόμιασε όταν το άκουσε, και στην αρχή αρνήθηκε. Προσπάθησε να του δείξει τη δική της ομορφιά, γιατί στ’ αλήθεια ήταν και εκείνη πολύ όμορφη, όμως ο ψαράς καμία άλλη δεν ήθελε, από την μικρή του Γοργόνα.

Και όταν πια η μάγισσα έβλεπε ότι τίποτα δεν του άλλαζε γνώμη και ότι την παρακαλούσε με δάκρυα στα μάτια, βγάζει από τη ζώνη της ένα στιλέτο και του λέει: «Εκείνο που οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι η σκιά τους δεν είναι…. Είναι το σώμα της ψυχής. Πρέπει να σταθείς στην ακροθαλασσιά μ την πλάτη στο φεγγάρι και να κόψεις γύρω από τα πόδια σου τη σκιά σου, προστάζοντας την να φύγει. Έτσι μόνο μπορείς να διώξεις την ψυχή σου».

Και πριν προλάβει να του πει τίποτε άλλο, ο μικρός ψαράς είχε ήδη φτάσει στην ακροθαλασσιά και έκανε αυτό που του είπε η μάγισσα. Η ψυχή του, που ένιωσε ότι ήθελε να την διώξει άρχισε να τον παρακαλάει, όμως αυτός είχε κλείσει τα αυτιά του και το μόνο που σκεφτόταν ήταν η στιγμή που θα συναντούσε επιτέλους την αγαπημένη του.

«Φύγε» της λέει «δεν σε χρειάζομαι. Δεν μου έχεις κάνει κανένα κακό, όμως δεν μου έχεις προσφέρει και τίποτα. Δε σε θέλω λοιπόν μέσα μου».

«Σε παρακαλώ!» Του φώναξε η ψυχή. «Τουλάχιστον δώσε μου και την καρδιά σου να μου κρατάει συντροφιά, γιατί ο κόσμος είναι πολύ σκληρός».

«Αν σου δώσω την καρδιά μου, πως θα αγαπάω την γλυκιά μου Γοργόνα; Η καρδιά μου είναι η αγάπη μου. Μη με καθυστερείς λοιπόν και φύγε αμέσως!».

«Καλά» του λέει. «Θα φύγω. Θα έρχομαι όμως κάθε χρόνο εδώ στην ακροθαλασσιά και θα σε καλώ. Μπορεί να με έχεις ανάγκη» του είπε και έφυγε. Ο μικρός ψαράς ελεύθερος πια βούτηξε στα καταγάλανα νερά και έτρεξε να βρει την αγαπημένη του ακούγοντας τις τρομπέτες στο θαλασσόκοσμο να πανηγυρίζουν τον ερχομό του.

Αφού πέρασε ένας χρόνος, η ψυχή ήρθε στην ακροθαλασσιά και φώναξε το μικρό ψαρά. Εκείνος βγήκε στην επιφάνεια, την πλησίασε και τη ρώτησε τι τον ήθελε, ιστό αυτό δεν την είχε καλέσεις και καμία ανάγκη δεν την είχε.

«Πήγα σε κόσμους θαυμαστούς, όταν με άφησες» του λέει « και ήρθα τώρα εδώ, γιατί ένα δώρο έχω για σένα. Σου φέρνω από την Ανατολή τον καθρέφτη, της Σοφίας. Όποιος έχεις αυτόν τον καθρέφτη είναι ο πιο σοφός από όλους τους σοφούς και όλα τα μυστικά του κόσμου είναι διά του. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να έρθεις μαζί μου».

«Η Αγάπη είναι πιο σημαντική από την Σοφία» λέει ο μικρός ψαράς «και η Γοργόνα με αγαπάει» είπε και χάθηκε μέσα στο βυθό της θάλασσας.

Ο επόμενος χρόνος ήρθε και μαζί του ήρθε και η ψυχή. Κάλεσε πάλι το μικρό ψαρά και αφού την πλησίασε, του είπε: «Όταν με έδιωξες την προηγούμενη φορά ταξίδεψα στο Νότο και σου φέρνω από εκεί το δαχτυλίδι του Πλούτου. Όποιος έχει αυτό το δαχτυλίδι, είναι ο πιο πλούσιος από όλους τους Βασιλιάδες του κόσμου και όλα τα πλούτη που υπάρχουν είναι δικά του. Το μόνο που πρέπει να κάνεις, είναι να έρθεις μαζί μου».

«Η Αγάπη είναι καλύτερη από όλα τα πλούτη του κόσμου», απάντησε ο ψαράς «και η γοργόνα με αγαπάει», είπε και πάλι χάθηκε στα βαθιά νερά της θάλασσας. Τον τρίτο χρόνο η ψυχή ήρθε πάλι στην ακροθαλασσιά και του είπε για μια χορεύτρια, που είχε δυο κατάλευκα πόδια και χόρευε τόσο όμορφα, που έμοιαζαν σαν δυο περιστέρια που πετάνε στον ουρανό.

Και αυτή τη φορά, επειδή η Γοργόνα δεν είχε πόδια αλλά ουρά, ο μικρός ψαράς λαχταρούσε να δει μια γυναίκα με πόδια να χορεύει και έτσι τον έπεισε η ψυχή και την ακολούθησε.

Όμως η ψυχή τον ξεγέλασε και τον πήρε μαζί της στις πόλεις που πήγαινε, όταν ήταν μόνη της και τον έβαζε να κάνει άσχημα πράγματα. Γιατί όταν την είχε διώξει δεν της είχε δώσει καρδιά. Και η ψυχή, όταν δεν είναι μέσα στον άνθρωπο και δεν έχει την καρδιά για συντροφιά, δεν ξέρει μόνη της να κάνεις τα σωστά. Και έμαθε στον κόσμο, που πήγε , να κάνει τα κακά και να τα ευχαριστιέται.

Ο μικρός ψαράς δεν ήθελε να κάνει τις πράξεις αυτές, όμως δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί την ψυχή του, γιατί η μάγισσα δε του είχε πει πως , αν έμπαινε πάλι μέσα του η ψυχή, δεν θα μπορούσε ποτέ πια να τη διώξει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να δέσει τα χέρια του και να κλείσει τα αυτιά του, για να μην ακούει τις εντολές αυτής της διεφθαρμένης ψυχής. Πήγε στην ακροθαλασσιά, έχτισε ένα σπιτάκι και καθόταν εκεί φωνάζοντας μάταια την αγαπημένη του να βγει λίγο για να την δει.

Τα χρόνια περνούσαν και η Γοργόνα δεν έβγαινε. Αυτός όμως τη φώναζε πρωί βράδυ, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα την έβλεπε.

Η ψυχή, που ήταν μαζί του και έβλεπε πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, τον παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια να την αφήσει να μπει πάλι μέσα του και να νιώσει στα μάτια να την αφήσει να μπει πάλι μέσα του και να νιώσει και αυτή την καλοσύνη του.

Ο μικρός που είχε καταλάβει το κακό που της είχε κάνει, όταν την έδιωξε, προσπάθησε να την αφήσει να μπει, όμως η καρδιά του ήταν τόσο γεμάτη από αγάπη που δεν έβρισκε χώρο. Και όταν η ψυχή άρχισε να μπαίνει μέσα του, μια δυνατή βοή ακούστηκε και η θάλασσα έγινε μαύρη και θεόρατα κύματα απλώθηκαν πάνω της.

Η μικρή Γοργόνα είχε πεθάνει και ο θαλασσόκοσμος θρηνούσε. Ο Ψαράς πήγε τότε κοντά στη θάλασσα και φώναξε: «Μπορεί να σε πρόδωσα και να έφυγα γλυκιά μου Γοργόνα, όμως η αγάπη μου για σένα γέμιζε πάντα την καρδιά μου και, αφού εσύ δεν υπάρχεις πια, δεν μπορώ και ‘γω να ζω, γιατί υποσχέθηκα να είμαι πάντα μαζί σου», είπε και έπεσε στα μαυρισμένα νερά της θάλασσας μαζί με την ψυχή του που είχε βρει πια το δρόμο της και είχε γίνει ξανά ένα μαζί του,

Είχε δίκιο λοιπόν ο μικρός ψαράς.

Η Αγάπη είναι πιο πολύτιμη από όλα όσα του είχε προσφέρει η ψυχή από τα ταξίδια της. Δεν είχε όμως καταλάβει ότι χωρίς την ψυχή του μέσα του ότι και να ένιωθε, θα ήταν μισό. Γιατί η ψυχή το κάνει μεγάλο και ζωντανό.

Όσο για τους δυο ερωτευμένους εκεί που τους βρήκαν, είχαν ανθίσει υπέροχα λουλούδια και πρώτη φορά είχαν δει οι κάτοικοι του χωριού τέτοια λουλούδια να φυτρώνουν στην ακροθαλασσιά.https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

ΑΓΑΠΗ

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μία αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρὸ το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο σσφοδίλι.
Πώς μ᾿ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ό μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ᾿ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης

Ποίηση

Οι διακοπές εφέτος θα είναι μικρές σύντομες

προβλέψιμες φτηνές μονοήμερες απαλλαγμένες

από περιττά βάρη όπως παραλία βαλίτσα άμμος

Thermos μια και κανείς δε μιλά πια για αφανείς

ήρωες του θέρους αφού μπορεί ίσως και να μην

υπάρχουν ή να τους έφαγε κανένας μοναχικός

λύκος όχι σαν εκείνους που βγαίνουν στην

τηλεόραση και μας παρηγορούν με άθλους

της κυβέρνησης ή της αντιπολίτευσης ή με

τα απολιθώματα ενός συστήματος κενού ή

με δύσπιστα ριάλιτι διαρκείας. Ήρωες του

καλοκαιριού είναι οι πυροσβέστες οι δια

σώστες οι ναυαγοσώστες οι τροχονόμοι κι

όσοι δίνουν απ’ το περίσσεμα της καρδιάς

τους στους επαίτες, ήρωές μας δεν είναι οι

αξιωματικοί αλλά οι οπλίτες όχι οι πολιτικοί

αλλά οι πολίτες, όχι οι λωποδύτες, όχι εκείνοι

που απατάνε αλλά όσους τους πατάν, είναι οι

καταφρονεμένοι οι σεμνοί οι ταπεινοί κι όχι

οι υπερόπτες οι υπερφίαλοι και οι αχαμνοί,

είναι τα ιστιοφόρα κι όχι τα καταμαράν, τα

κανό κι όχι τα ιπτάμενα, το κύμα κι όχι το

χρήμα, το μέτρο κι όχι η αφθονία, το πάθος

της ουσίας, η κανονικότητα (αλλά πώς να την

αποσπάσεις απ’ τη φριχτή καθημερινότητα),

ήρωας είναι μια σκιά για τα τραύματα μια

πατρίδα για τα θαύματα μια γάζα για τα

εγκαύματα, ήρωες είναι όσοι φωτογραφίζουν

τη σκιά του ανέμου ενώ διασχίζει το Αιγαίο,

όσοι αντικρίζουν την όμορφη θεά απέναντι

που απολαμβάνει τη θέα των νησιών, όσοι

φορτίζουν την μπαταρία του ανέφικτου σε

ουρανό που πετά πάνω απ’ τον ορίζοντα,

όσοι επισκευάζουν καθυστερήσεις που είχαν

αργήσει για τα εγκαίνια της αθέατης πλευράς

των πραγμάτων, περνώντας από το σώμα στο

στρώμα την αχανή φαντασία της σελήνης

του Αυγούστου, ήρωας είναι ο φάρος που

αναβοσβήνει τη θέληση του κάπταιν να

αποφύγει τον ύφαλο, ήρωες οι ξέρες που

λοιδορούν τα μποφόρ της έντασης τόσης

κατάντιας του μέσου πολίτη, τα πολλά

ερημονήσια στη μέση του πελάγου και οι

πρόσφυγες που παραμένουν στα αζήτητα

στα αμπάρια της Μεσογείου, ήρωας είναι

το εκτοπισμένο, το πλήρωμα του χρόνου

σε μακρινή χώρα, οι άγκυρες που δεν

σηκώνονται με τίποτε στη Ραφήνα στον

Πειραιά στην Πάτρα γιατί είναι για να

ξενιτευτούν τα νέα παιδιά στα ξένα να

βρουν δουλειά, ήρωας η Ακτοφυλακή

που μαζεύει σήματα Μορς: τα σκορπά

σε άλλα πλοία για να σωθούν επιβάτες

με ζωές ασυμμάζευτες, προορισμοί που

αναζητούν ένα λιμάνι για έναν καλύτερο

κόσμο: αν δεν είναι το λιμάνι ο ήρωας του

καλοκαιριού τότε τι σόι λιμάνι είναι…

Αθήνα, 17 Ιουνίου 2016

Ο Ντίνος Σιώτης γεννήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1944 στην Τήνο. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συγκριτική λογοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο. Έχει εκδώσει 20 βιβλία ποίησης και πεζογραφίας, εκ των οποίων τρία στα αγγλικά και ένα στα γαλλικά, καθώς και δέκα λογοτεχνικά περιοδικά στην Ελλάδα και τη Βόρειο Αμερική, με πιο πρόσφατα τα περιοδικά «(δέ)κατα» και «Poetix». Υπηρέτησε ως Σύμβουλος Τύπου στο Σαν Φρανσίσκο, τη Νέα Υόρκη, τη Βοστόνη και την Οτάβα. Ποιήματα και άρθρα του έχουν μεταφραστεί σε ευρωπαϊκές και ασιατικές γλώσσες. Το 2007 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, για την ποιητική συλλογή «Αυτοβιογραφία ενός στόχου».

Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής με τον γενικό τίτλο «Ο ήρωας του Καλοκαιριού»

Πηγή: fractalart

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

 

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι. Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας σε πέτρα.

Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται να μάθεις.

Έτσι όπως είσαι εσύ μπορείς να μείνεις.

Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς, τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.

Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους. («Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε»)

Μάθαινε και τ' απλούστερα!

Γι' αυτούς που ο καιρός τους ήρθε ποτέ δεν είναι πολύ αργά!

Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ να το μαθαίνεις!

Μη σου κακοφανεί! Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο!

Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή!

Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα!

Μάθαινε, εξηντάχρονε!

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Ψάξε για σχολείο, άστεγε!

Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε!

Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο.

Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία.

Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!

«Εγκώμιο στη μάθηση»

ΜΠΕΡΤΟΛΤ, ΜΠΕΡΧΤ

onlytheater.gr

Ποίηση


Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό
να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου


να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τούς δικούς μου που αγαπώ

να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου


να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.

Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι
λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα
για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά
– άσε να δούμε και για παραπέρα.

Από τα Ποιήματα του Τίτου Πατρίκιου, εκδόσεις Κέδρος

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα https://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Ποίηση

Είσαι για ένα ταξίδι στ’ανοιχτά;
Είσαι για ένα ρίσκο;

Θελω να μου υποσχεθείς
πως δε θα πάρεις
μετεωρολογικό δελτίο.

Πως δε θα χεις μαζί σου
προμήθειες και αποσκευές.

Πως δε θα γεμίσεις
το πλεούμενο με σωσίβια.

Θα δέσουμε την άγκυρά μας
στα φτερά των γλάρων.

Και θα ορίσουμε τιμονιέρη μας
το πιο τρελό δελφίνι.

Θα σου χαρίσω
όλο το γαλάζιο του πελάγου.

Όλο το χρυσαφι του ήλιου.
Όλο το ροζ του δειλινού.

Να χεις χρώματα πολλά
να βάφεις τους πόθους και τις σκέψεις σου.

Θα γεμίσω τ’αμπάρι μας με ονειρα.
Να χεις πολλά.

Να μη φοβάσαι πως θα σου τελειώσουν.

Αν έχει λιακάδα θα απλώσουμε

τα δίχτυα της ζωής μας στην κουβέρτα
και θα μπαλώσουμε τις τρύπες
που μας ανοιξαν τα σκυλόψαρα.

Αν έχει βροχή θα βγάλουμε τη ψυχή μας
στ΄άλμπουρο να ξεπλυθεί.

Είσαι επιτέλους, για ένα ταξίδι στ ανοιχτά;
Για ένα ρίσκο;

Από την Αλκυόνη Παπαδάκη

Thessaloniki Arts and Culture

Ποίηση

Μες στα δωμάτιά τους τη νύχτα
παραμερίζουν με τα εύθραυστα χέρια τους
τα βαριά − σαν μολύβι − σεντόνια

Το εκκρεμές έχει ένα μάτι τυφλό
η μοναξιά κρεμάστηκε στο μάνταλο του παραθύρου
και το παραθυρόφυλλο
χτυπάει σαν τη φτερούγα πληγωμένου αγγέλου

Αυτοί που δεν κοιμούνται περιμένουν
περιμένουν τον άνεμο
περιμένουν το τέλος του κόσμου

Και να η αυγή με χρώματα βατόμουρου·
η ζωή παίρνει πάλι τη στυφή γεύση του αίματος.

Ιβάν Γκολ | Ποιήματα 1920-1950 | Εκδόσεις: Στιγμή | 2003 |
Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς

Yvan Goll

Yvan Goll [Ιβάν Γκολ (1891-1950)]

Ιβάν Γκολ: Γαλλογερμανός ποιητής που έγραψε τόσο στα Γερμανικά όσο και στα Γαλλικά αλλά και στα Αγγλικά. Στα ποιήματα του ήταν επηρρεασμένος τόσο από τον γερμανικό Εξπρεσιονισμό όσο και από τον γαλλικό Σουρεαλισμό ενώ και η ναζιστική δίωξη η οποία αυξήθηκε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30, έφερε το θέμα "του περιπλαμένος Εβραίου" σαν κεντρικό άξονα στην ποίηση του.https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Ξέρω πως έχω χάσει αμέτρητα πράγματα και πως, τώρα, αυτές οι απώλειες είναι τα μοναδικά δικά μου πράγματα. Ξέρω πως έχω χάσει το κίτρινο και το μαύρο, κι αυτά τ’ ασύλληπτα τα αναλογίζομαι όπως δεν τα αναλογίζονται όσοι βλέπουν. Ο πατέρας μου έχει πεθάνει κι είναι πάντα πλάι μου. Όταν, καμιά φορά, απαγγέλλω στίχους του Σουίνμπερν, λένε πως το κάνω με τη φωνή του. Μόνο αυτός που έχει πεθάνει είναι δικός μας· δικό μας είναι μόνο αυτό που έχουμε χάσει. Το Ίλιον υπήρξε, αλλά το Ίλιον επιζεί στο εξάμετρο που το θρηνεί. Το Ισραήλ υπήρξε όταν ήταν μια αρχαία νοσταλγία. Με τον καιρό, κάθε ποίημα γίνεται ελεγεία. Δικές μας είναι οι γυναίκες που μας άφησαν, γλιτώνοντας μας απ’ το άγχος της αναμονής, τους συναγερμούς και τους τρόμους της ελπίδας. Δεν υπάρχουν άλλοι παράδεισοι από τους χαμένους παραδείσους.

[J. L. Borges, «Κατοχή του Χθες», Άπαντα τα Πεζά ΙΙ (εκδ. Πατάκη) Μτφ: Α. Κυριακίδη]

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή,
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα,
Γιατί ειν’ αντίστροφη η μέτρηση.

Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

[Ρομπέρτο Χουαρόθ, Κατακόρυφη Ποίηση, (εκδ. Τα τραμάκια), Μτφ: Αργύρη Χιόνη.]
https://to23ogramma.wordpress.com/

Ποίηση

Καλοκαιράκι
Αρώματα χορεύουν
ιδρώτας παντού!

Μυρωδιές παιδιών
τρέχουν τα τζιτζίκια
μαζί και αυτά!

Γαλάζια αύρα
στις αυλές σπιτιών
πουθενά λύπη!

Αχ, αισθάνομαι
χωρίς το γκρίζο χρώμα
νησιά στο χάρτη!

Η πανσέληνος
ολόγιομη, λαμπερή
νυχτερινή!

Μαϊστρος φυσά
και ψυθιρίζει
Αύγουστο μήνα!!

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το Hokku είναι ένα από τα πιο γνωστά και πιο διαδεδομένα είδη ιαπωνικής ποίησης. Είναι αλήθεια ότι δεν μπορούν όλοι να κατανοήσουν την έννοια των σύντομων στίχων τριών γραμμών, καθώς περιέχουν μια βαθιά σύνδεση μεταξύ φύσης και ανθρώπου. Μόνο πολύ αισθησιακές και εκλεπτυσμένες φύσεις, οι οποίες, επιπλέον, χαρακτηρίζονται από παρατήρηση, μπορούν να εκτιμήσουν πόσο όμορφα και υπέροχα είναι αυτά τα εδάφια. Σε τελική ανάλυση, το χόκκου είναι μόνο μια στιγμή της ζωής, που συλλαμβάνεται με λόγια. Και αν κάποιος δεν έχει δώσει ποτέ προσοχή στην ανατολή του ηλίου, στον ήχο του σέρφινγκ ή στο νυχτερινό τραγούδι του κρίκετ, τότε θα είναι πολύ δύσκολο για αυτόν να διαποτιστεί με την ομορφιά και τη συντομία του χόκεϊ.

Δεν υπάρχουν ανάλογα με τα ποιήματα Hokku σε καμία ποίηση στον κόσμο. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι οι Ιάπωνες έχουν μια ειδική κοσμοθεωρία, μια πολύ αυθεντική και διακριτική κουλτούρα και διαφορετικές αρχές εκπαίδευσης. Από τη φύση τους, οι εκπρόσωποι αυτού του έθνους είναι φιλόσοφοι και στοχαστές. Στις στιγμές της υψηλότερης ανόδου, αυτοί οι άνθρωποι αναπτύσσουν ποιήματα γνωστά σε όλο τον κόσμο ως hokku.

Η αρχή της δημιουργίας τους είναι αρκετά απλή και, ταυτόχρονα, περίπλοκη. Το ποίημα αποτελείται από τρεις σύντομες γραμμές, η πρώτη από τις οποίες περιέχει αρχικές πληροφορίες σχετικά με τον τόπο, τον χρόνο και την ουσία της εκδήλωσης. Με τη σειρά του, η δεύτερη γραμμή αποκαλύπτει την έννοια του πρώτου, γεμίζοντας τη στιγμή με μια ιδιαίτερη γοητεία. Η τρίτη γραμμή αντιπροσωπεύει συμπεράσματα, τα οποία πολύ συχνά αντικατοπτρίζουν τη στάση του συγγραφέα για το τι συμβαίνει, επομένως, μπορεί να είναι πολύ απροσδόκητα και πρωτότυπα. Έτσι, οι δύο πρώτες γραμμές του ποιήματος είναι περιγραφικές και η τελευταία μεταφέρει τα συναισθήματα ότι αυτό που είδε ενέπνευσε το άτομο.

 

Στην ιαπωνική ποίηση, υπάρχουν αρκετά αυστηροί κανόνες για τη σύνταξη του hokku, οι οποίοι βασίζονται σε αρχές όπως ο ρυθμός, η τεχνική αναπνοής και η γλώσσα. Έτσι, το αυθεντικό ιαπωνικό hokku δημιουργείται σύμφωνα με την αρχή 5-7-5. Αυτό σημαίνει ότι η πρώτη και η τελευταία γραμμή πρέπει να έχουν ακριβώς πέντε συλλαβές και η δεύτερη - επτά. Επιπλέον, ολόκληρο το ποίημα πρέπει να έχει μήκος 17 λέξεων. Φυσικά, αυτοί οι κανόνες μπορούν να τηρηθούν μόνο από άτομα που όχι μόνο έχουν μια πλούσια φαντασία και έναν εσωτερικό κόσμο χωρίς συμβάσεις, αλλά και μια υπέροχη λογοτεχνική συλλαβή, καθώς και την ικανότητα να εκφράζουν συνοπτικά και πολύχρωμα τις σκέψεις τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κανόνας 5-7-5 δεν ισχύει για στίχους hokku εάν είναι γραμμένοι σε άλλες γλώσσες. Αυτό οφείλεται, καταρχάς, στα γλωσσικά χαρακτηριστικά της ιαπωνικής ομιλίας, στον ρυθμό και τη μελωδία της. Επομένως, το hokku γραμμένο στα ρωσικά μπορεί να περιέχει έναν αυθαίρετο αριθμό συλλαβών σε κάθε γραμμή. Το ίδιο ισχύει και για την καταμέτρηση λέξεων. Μόνο η μορφή τριών γραμμών του ποιήματος παραμένει αμετάβλητη, στην οποία δεν υπάρχει λόγος, αλλά ταυτόχρονα οι φράσεις κατασκευάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν έναν ειδικό ρυθμό, μεταδίδοντας στον ακροατή κάποια ώθηση που κάνει ένα άτομο να σχεδιάσει διανοητικά μια εικόνα αυτού που άκουσε.

Υπάρχει ένας ακόμη κανόνας του hokku, ο οποίος, ωστόσο, οι συγγραφείς τηρούν κατά τη διακριτική τους ευχέρεια. Συνίσταται στην αντίθεση των φράσεων, όταν το ζωντανό είναι δίπλα στους νεκρούς, και η δύναμη της φύσης αντιτίθεται στην ικανότητα του ανθρώπου. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα αντίθετα hakku είναι πολύ πιο ευφάνταστα και ελκυστικά, δημιουργώντας παράξενες εικόνες του σύμπαντος στη φαντασία του αναγνώστη ή του ακροατή.

Γράφει Μίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.