Οκτωβρίου 22, 2021

Ποίηση

Μαχμούντ Νταρουίς: Να σκέφτεσαι τους άλλους
Καθώς ετοιμάζεις το πρωινό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς να ταΐζεις τα περιστέρια.
Όταν πολέμους ξεκινάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους λαχταρούν την ειρήνη.

Όταν πληρώνεις το νερό, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που μόνο τα σύννεφα έχουν να τους θηλάσουν.
Όταν γυρνάς στο σπιτικό σου, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Μην ξεχνάς όσους ζουν σε αντίσκηνα.

Όταν τ’ αστέρια μετράς πριν κοιμηθείς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν έχουνε πού να πλαγιάσουν.
Όταν ελεύθερα μιλάς, να σκέφτεσαι τους άλλους.
Εκείνους που δεν τους αφήνουν να μιλήσουν.

Και καθώς σκέφτεσαι εκείνους, τους άλλους,
Στον εαυτό σου γύρισε και πες:
«Αχ και να ήμουν ένα κερί στο σκοτάδι».

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~Mahmoud Darwish (13 Μαρτίου 1941-9 Αυγούστου 2008)
ήταν Παλαιστίνιος ποιητής και συγγραφέας που θεωρήθηκε ως Παλαιστίνιος εθνικός ποιητής. Κέρδισε πολλά βραβεία για τα έργα του και τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης Λένιν. Ο Darwish χρησιμοποίησε την Παλαιστίνη ως μεταφορά για την απώλεια της Εδέμ, τη γέννηση και την ανάσταση, και την αγωνία της κατάληψης και της εξορίας.

Τον Απρίλιο του 2009, σε μια καταχώρηση στην ιστότοπο του, ο Πορτογάλος συγγραφέας και Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου είχε αποτίσει φόρο τιμής στον Παλαιστίνιο ποιητή ως εξής:

Αν ο κόσμος μας ήταν λιγάκι πιό ευαίσθητος, λιγάκι πιό νοήμων, και με μεγαλύτερη επίγνωση για το θεσπέσιο μεγαλείο της κάθε ζωής, χωριστά, που παράγει, τότε το όνομα του θα ήταν τόσο γνωστό και θαυμαστό όσο, επί παραδέιγματι, και το όνομα του Πάμπλο Νερούδα κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Τα ποιήματα του Νταρουίς, ριζωμένα στη ζωή, στα πάθη και στους πόθους του Παλαιστινιακού λαού, έχουν ένα κάλλος μορφής που συχνά προσπερνά τις ύψιστες στιγμές του ανείπωτου με λίγες απλές λέξεις, σαν ένα ημερολόγιο όπου μπορείς να ακολουθήσεις βήμα με βήμα, δάκρυ το δάκρυ, τα δεινά – μα και τις βαθιές, αν και σπάνιες, στιγμές χαράς – ενός λαού που έχει υποφέρει μαρτύρια εξήντα χρόνια τώρα χωρίς κανένα τέλος ακόμη στον ορίζοντα.

Το να διαβάζεις τον Μαχμούντ Νταρουίς, πέραν της αξέχαστης αισθητικής εμπειρίας, είναι σαν να ξεκινάς μια πορεία σε μια Via Dolorosa κατα μήκος κατεστραμένων δρόμων ατίμωσης και αδικίας, εν τω μέσω μιας Παλαιστινιακής γής που έχει υποφέρει άγρια στα χέρια των Ισραηλινών.» ΦΩΤΟ https://gr.pinterest.com/pin/44332377562390385/

Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Κάπλα https://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Ποίηση


Σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημόσπιτο, σὲ βλέπω ἐκεῖ ρημάδι.
Ἀγριόχορτα στὸ δῶμά σου τὰ χρόνια ἔχουνε σπείρει.
Χιόνια, βροχὲς σ' ἐγέρασαν, ἀντάρες σ' ἔχουν φθείρει,
καὶ στέκεις καὶ ὀνειρεύεσαι στὸ μακρινὸ λαγκάδι.

Τὸ μάτι μου, ἀπ' ὀνείρατα ποιητικὰ γεμᾶτο,
ποῦ τ' ἄπειρο διάστημα γοργὰ τὸ ταξειδεύει,
καὶ λούεται μὲς στὰ κύματα ποῦ λάμπουν ἐκεῖ κάτω −
μ' ἀγάπη καὶ προτίμησι στὸ δῶμά σου σταθμεύει.

Οἱ στοχασμοί μου − ἀναλαμπές, ποῦ στέλλουν οἱ αἰῶνες
καὶ ἡ Ζωὴ − στὸ δῶμά σου ἀνεβοκατεβαίνουν,
καὶ μέσα στὰ χαλάσματα, ποῦ ἀράχνες τώρα ὑφαίνουν,
πετοῦν τῆς φαντασίας μου ᾑ ρόδινες εἰκόνες.

Τί βρίσκει στὰ συντρίμμια σου τὰ θλιβερὰ τὸ μάτι;
ποιὰ βρύσι τρέχει ἀπόκρυφη στὰ σκόρπια σου λιθάρια,
καὶ πίνει ἡ φαντασία μου κι' ὡραίους κόσμους πλάττει,
κόσμους ζωῆς στὰ κρύα σου, νεκρά σου ἀπομεινάρια;

Καὶ κἄποτε μέσ' ἀπὸ κεῖ βαρειὰ φωνὴ μοῦ κράζει:
"Ὦ σύ, ποῦ ὁ νοῦς σου μέσα 'δῶ μ' αὐθάδειαν ὀργιάζει
κ' εὐδαιμονίας ὄνειρα στὰ ἐρείπια χρυσοπλέκει,
ξέρεις μιὰ μέρ' ἂν μ' ἔκαψε τοῦ πόνου ἀστροπελέκι;"

Α. Προβελέγγιος, Ποιήματα: Διπλή Ζωή, Νικητήρια, Τα νησιά μας, (Διπλή Ζωή), Αθήνα, Εστία,1916, σ. 8

 

Ποίηση

Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα

Το στόμα σου φύτεψε

μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου

ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,

κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.

Είταν φθινόπωρο. Ο άμετρος ουρανός

άρπαξε με τον ήλιο του

όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–

από τη ζωή.

Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·

το μπουκέτο μάδησε,

μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου

δύο μπουμπούκια πόνος.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez Mantecón, 24 Δεκεμβρίου 1881 – 29 Μαΐου 1958) ήταν Ισπανός ποιητής.

Αρχικά ταξίδεψε στη Γαλλία, στην Ιταλία και στην Ελβετία, αλλά αναγκάστηκε κατόπιν να ζήσει για έξι περίπου χρόνια σε σανατόριο. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Σεβίλης, αλλά δεν τελείωσε τις σπουδές του, γιατί πήγε στις ΗΠΑ, όπου γνώρισε και κατόπιν νυμφεύθηκε τη Ζηνοβία Καμπρουμπί, μεταφράστρια του Ταγκόρ.

Τα πρώτα του ποιήματα, που εγκαινίασαν μαζί με τον ποιητή Αντόνιο Ματσάδο τη μεγάλη εποχή της ισπανικής ποίησης του 20ού αι., δημοσιεύτηκαν το 1900 με τον τίτλο «Θλιμμένοι σκοποί» και φέρουν φανερά την επίδραση του συμβολισμού. Η έκρηξη του ισπανικού εμφύλιου πολέμου (1936) τον ανάγκασε να μείνει εξόριστος στο εξωτερικό μακριά από τον αγώνα που δίχαζε την πατρίδα του και να ζήσει τον περισσότερο καιρό τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στο Πουέρτο Ρίκο. Στο έργο του διαφαίνεται μία έντονη προσπάθεια για την ιδεώδη έκφραση της σκέψης του μέσα από μία λεπτότητα ύφους και μία γεμάτη διαύγεια καθαρότητα αισθημάτων και μορφών.
Ακολούθησαν τα έργα του «Ελεγείες» και «Η εύηχος σιωπή», «Ψυχές βιολέτας», «Ρίμες», «Ισπανοί των τριών κόσμων», «Πνευματικά σονέτα», «Ο Θεός που επιθυμείται και επιθυμεί» (ελλ.μτφ. Κώστας Τσιρόπουλους, εκδ. "Αστρολάβος/Ευθύνη, 1984) [3]το λυρικό του διήγημα «Ο Πλατέρο κι εγώ» (ελλ. μτφ. Ιουλία Ιατρίδη, εκδ. "Δίφρος", 1956,) το «Ζώο του βυθού», «Προς άλλη γυμνότητα» (ελλ.μτφ. Κώστας Τσιρόπουλος, εκδ. "Ευθύνη, 1999) και άλλα.

Τιμήθηκε το 1956 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

 

(Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)

Ποίηση

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Τότε δεν έπεσες.
Τι κι αν όλα γύρω σου ήταν γκρεμισμένα
Κι εσύ γυμνός και ματωμένος
Έφαγες απ’ τα σκουπίδια πατατόφλουδες
Κι απ’ το παγούρι σκοτωμένου ήπιες νερό,
Στάθηκες κολόνα πίσω απ’ το οδόφραγμα
Σαν πλάτανος ορθός.

Τώρα εχθροί και «φίλοι» σε δολοφονούν πισώπλατα
Γλυκά και με χαμόγελο
Εσένα δε σε σπάραξαν λιοντάρια
Και την ολάνοιχτη παιδιάτικη καρδιά σου
Δεν την κομμάτιασαν περήφανοι αετοί.

Τις δικές σου πληγές έγλειψαν τσακάλια
Τυφλοπόντικοι ροκάνισαν τις μέρες σου,
Έμποροι φτηνοί και Φιλισταίοι
-ταπεινοί μεταπράτες της ρουτίνας-
«έβαλαν κλήρο και διαμοίρασαν τα ιμάτια σου»,
Εσένα βαλθήκανε την ψυχή σου να ξεφτίσουν
Μικρά αδηφάγα τρωκτικά.

Τότε δεν έπεσες
Κι ούτε θα πέσεις.

Μανώλης Αλεξίου (1907-1963)Γεννήθηκε στον Πειραιά. Χρημάτισε διευθυντής του Επικουρικού Ταμείου Υπαλλήλων Πετρελαιοειδών. Έργα: «Τοπία δίχως ουρανό», «Μουσική με σπασμένα πλήχτρα» .

Ποίηση

Μονοτονία
Την μιά μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι -
οι όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

 

Ποίηση

Γονάτισε πλάι στην πολυθρόνα. Τα ανήσυχα χέρια της έψαξαν το μικρό κορμί. Φλεγόταν στον πυρετό. Αννούλα! Είπε ξανά. Η φωνή της είχε κάτι απ τον ρόγχο της αγωνίας. Τράνταξε νευρικά τη μικρή, θέλοντας να την ξυπνήσει. Μα το παιδί ήταν πεσμένο σε βύθος. Ανασηκώθηκε και κοίταξε ολόγυρα με μάτια αλαλιασμένα, σα να μην ήξερε τι να κάνη σα να γύρευε βοήθεια από τα άψυχα και τα ανύπαρχτα. Και με μιας, έτρεξε στην πόρτα την άνοιξε και φώναξε: Μητέρα! Μητέρα!

Στο βάθος του διαδρόμου άνοιξε μια άλλη πόρτα. Η φωνή της Ρεΐζαινας αντήχησε ανήσυχη! Τι τρέχει; Ελάτε γρήγορε. Η Αννούλα δεν είναι καλά!

Η γριά πρόστρεξε όπως είχε σηκωθεί απ το κρεβάτι, με τη μακριά μαύρη της πουκαμίσα.

Τι τρέχει; Τι έχει το παιδί;

Έκανε να πάει κατά την πολυθρόνα, όπου η Αννούλα κειτόταν βουλιαγμένη στο λήθαργο του πυρετού. Κι άξαφνα κοντοστάθηκε. Το σκληρό, το μαύρο μάτι της έφερε ένα γύρο την κάμαρα. Είδε, πάνω στο ανακατεμένο κρεβάτι, το αδιάβροχο και το μπερέ. Είδε τη Μαρίνα ντυμένη με ρούχα τσαλακωμένα, με μορφή ξαγρυπνισμένη και στραπατσαρισμένη.

Είδε την εγγονούλα της με τα μασκαράτικα, κοιμισμένη στην πολυθρόνα, δίπλα στ ανοιχτό παράθυρο. Δεν ξεστόμισε λόγο. Η μορφή της ήταν τώρα παγωμένη, σκληρή, λες και χοντροπελεκημένη σε γρανίτη. Έσκυψε και με χέρια που έτρεμαν από λαχτάρα έπιασε το κοιμισμένο παιδί, το ανασήκωσε, το σφίξε στο ξερό της στέρνο. Και δίχως να ρίξει μια ματιά στη νύφη της, βγήκε απ την κάμαρα. Η Μαρίνα απόμεινε ακίνητη, παγωμένη. Με μάτι λαφιασμένο είδε τη μαύρη σκιά να χάνεται στο μισοσκόταδο του διαδρόμου, με την Αννούλα στην αγκαλιά. Και κατάλαβε πως το παιδί της έφυγε για πάντα…

Το παιδί μου! Στριγγλίζει η Μαρίνα. Το παιδί μου! Αρπάζει το νεκρό κορμί, το πασπατεύει, το αγκαλιάζει, το κοιτάει με μάτια ξέφρενα.

Δε θέλει να πιστέψει. Δεν μπορεί… Τι το κοιτάς; σαρκάζει η γριά. Είναι πεθαμένο το παιδί σου!

Η Μαρίνα σωπαίνει. Κρατάει το μικρό πτώμα πάνω στο γυμνό της στήθος, με χέρια ξυλιασμένα. Κοιτάει πέρα, πουθενά, με μάτι γυμνό από φρόνηση. Τότε η Ρεΐζαινα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπο του Μηνά, που κοιτόταν ασάλευτος κι ανέκφραστος, σα χτυπημένος από κεραυνό.

Τον κοιτάει στα μάτια, με μάτια που σπαράζουν από σιχασιά, από μίσος. Και σουρώνοντας τα γέρικα χείλη της, τον φτύνει κατάμουτρα.Φτού σου! Άτιμε! Αναστήλωσε ξανά το κορμί της. Ανάσανε με λυτρωμό. Και στητή, και μεγαλόπρεπη, και φοβερή βγήκε απ την κάμαρα. (……) Τη θάψανε το απόγευμα. Ήταν μια μέρα χλιαρή κι ηλιόλουστη. Ο Σορόκος, αφού μάνιασε κοντά ως το μεσημέρι, γύρισε σε Απηλιώτη μαλακό και γλυκό, που δίωξε τα σύννεφα. Η θάλασσα ξαπλωνόνταν βαθυγάλανη και μόλις ανήσυχη…

Η Μεγάλη Χίμαιρα - Απόσπασμα

https://cityportal.gr/

Ποίηση

Κική Δημουλά: «Σου έρχεται φθηνότερα να κλαις για ένα ψέμα..»


Αγαπητή φίλη

Το γράμμα σου κακός Ερμής μαντατοφόρος.
Χρεοκοπία σου μού αναγγέλλει.

Να λυπηθώ έχω να σού δώσω.

Αν όμως μου ζητάς
δάνειο παρηγοριάς δε μου ‘χει μείνει λέξη.

Με βρήκανε και μένα πολλών λαθών πτωχεύσεις.

Ήτανε λάθος σου να ανοίξεις σε μία ξένη χώρα
μπουτίκ με αληθινά κοσμήματα-αντίγραφα περίτεχνα
αυθεντικής προγόνων ελληνικότητας.

Ρίχνεις το φταίξιμο στα φο μπιζού.

Δεν πρόκειται για μόδα.

Είναι παλιά προτίμηση το ψεύτικο.

Περίτεχνο αντίγραφο αυθεντικής πραγματικότητας.

Τέλεια επεξεργασμένο από τη μεγάλη ζήτηση.

Δεν αλλοιώνεται. Η αφθονία του αμετάβλητη.

Η εύκολη τιμή του το κάνει προσιτό
σε κάθε μικρομεσαία πλάνη.

Και να το χάσεις, πάλι συμφέρει
σου έρχεται φθηνότερα να κλαις για ένα ψέμα.

Αγανακτείς να συνωστίζονται τόσοι θαυμαστές

Απ' έξω μόνο στη βιτρίνα σου
και μέσα ψυχή να μην μπαίνει.

Έτσι γίνεται. Απ' έξω μόνο στη βιτρίνα
θορυβούμε οι λάτρεις της αλήθειας.

Ποιά ψυχή διαθέτει το μή αναγραφόμενο
κόστος της απόκτησης.

Εξάλλου ας μην κρυβόμαστε.

Κάθε αλήθεια δεν είναι όλη χρυσός
μήτε όλο πολύτιμοι λίθοι.

Δεν σ' αγαπώ.

Χρυσή αλήθεια είναι αυτό
ή ουράνιο που σου ασπρίζει το αίμα;

Πολύτιμοι λίθοι είναι
ή άγριος λιθοβολισμός;

Ρίξου λοιπόν στα φό μπιζού.

Τι λες, κουτός είναι ο θάνατος
που προτιμά την ψεύτικη ζωή μας;

Κική Δημουλά - «Αληθινή Απάντηση»

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Θα ΄θελα να είχα ξεφύγει ....
Θα ΄θελα να είχα καταφέρει το ακατόρθωτο..
Θα ΄θελα να είχα πάρει ανάσα..
Θα΄θελα να είχα πετύχει....
Θα ΄θελα να μ΄αγαπάς..
Θα ΄θελα να μη σε αγαπώ...
ή θα΄θέλα να σ΄αγαπώ...
Θα ΄θελα να μη έχω κάνει λάθη...
Θα ΄θελα να μη σε έχω γνωρίσει...
Θα ΄θέλα να είχα καιρό...
Θα ΄θέλα να μη μπερδεύομαι..
Θα΄θελα να είμαι αστέρι...
Θα ΄θέλα να είσαι φεγγάρι
Θα ΄θέλα να κοιτάμε το ουρανό
θα ΄θέλα να γελάς..
Να γελάμε
Να αγαπάμε...
Θα ΄θελα να είσαι - είμαι ανατροπή...
Θα ΄θελα να είσαι - είμαι αλλαγή...

 

Γράφει Mίκα Καππάτου

https://www.forwoman.gr/

Ποίηση

 

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μακρινό ψαροχώρι, ένας ψαράς πήγαινε κάθε βράδυ στη θάλασσα και έριχνε τα δίχτυα του στο νερό. Όταν ο άνεμος φυσούσε από τη στεριά, δεν έπιανε τίποτα. Όταν ο άνεμος ερχόταν από τα βάθη της θάλασσας, τότε τα δίχτυα του γέμιζαν χιλιάδες ψάρια.

Ένα βράδυ τα δίχτυα του ήταν τόσο βαριά που δεν μπορούσε να τα τραβήξει πάνω στη βάρκα του. “Πω! Πω! Σίγουρα έχω πιάσει όλα τα ψάρια της θάλασσας ή κανένα μεγάλο τέρας από αυτά που μόνο σε απέραντους ωκεανούς μπορείς να βρεις.”

Όταν με τα πολλά κατάφερε να φέρει το δίχτυ στην επιφάνεια, δεν είδε τίποτε άλλο παρά μια μικρή Γοργόνα που κοιμόταν, χωρίς να έχει καταλάβει τίποτα.

Ο ψαράς μόλις την είδε έχασε τη λαλιά του. Ήταν τόσο όμορφη, που άλλη γυναίκα δεν είχε δει πουθενά να έχει τη δική ης ομορφιά. Τα μαλλιά της υγρά και ξανθά σαν το χρυσάφι έπεφταν στους ώμους της. Το κορμί της ήταν ολόλευκο και η ουρά της σαν να ήταν καμωμένη από χιλιάδες μαργαριτάρια. Πράσινα πέπλα της θάλασσας τυλίγονταν γύρω της και σαν κοράλλια ήταν τα μάτια και τα χείλη της.

Ο ψαράς δεν μπόρεσε να κρατηθεί και άπλωσε τα χέρια του κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του. Η Γοργόνα ξύπνησε και τρόμαξε τόσο πολύ, που παρακαλούσε τον ψαρά να την αφήσει να φύγει, γιατί ήταν η μοναχοκόρη του βασιλιά του θαλασσόκοσμου.

Τότε ο μικρός ψαράς, αφού σκέφτηκε λίγο και επειδή δε ήθελε να τη χάσει, της είπε ότι θα την άφηνε να φύγει, αρκεί, όποτε την φώναζε, να έβγαινε πάνω στον αφρό της θάλασσας και να του σιγοτραγουδούσε. Η Γοργόνα του το υποσχέθηκε και έτσι και έγινε.

Κάθε βράδυ ο μικρός ψαράς πήγαινε στο ίδιο σημείο και την καλούσε. Έβγαινε τότε εκείνη και τραγουδούσε τόσο γλυκά, που όλα τα ψάρια μαζεύονταν γύρω της για να την ακούσουν και τα δελφίνια χόρευαν πάνω στον αφρό.

Ο Ψαράς μαγεμένος ξεχνούσε τα δίχτυα του και τα ψάρια του και ερωτευμένος καθώς ήταν, καθόταν μόνο και κοιτούσε την όμορφη Γοργόνα, ακούγοντας το τραγούδι της. Ώσπου ένα βράδυ δεν άντεξε άλλο να κοιτάει μόνο τη Γοργόνα χωρίς να την αγγίξει και να ζήσει μαζί της που της είπε:

«Γοργόνα, Γοργονίτσα σ’ αγαπάω και θέλω να γίνω άντρας σου. Θέλω τη ζωή μου να την περάσω μαζί σου».

Η μικρή Γοργόνα όμως κούνησε το κεφάλι της. «Έχεις ανθρώπινη ψυχή. Αν τα καταφέρεις να διώξεις την ψυχή σου, τότε θα μπορέσω να σε αγαπήσω και να έρθεις μαζί μου στο θαλασσόκοσμο και το βασίλειο μου». Αυτά είπε η Γοργόνα και έφυγε.

Τότε ο Ψαράς σκεφτόμενος μονολογούσε: «Τι είναι αλήθεια η ψυχή και σε τι μας χρησιμεύει; Εγώ δεν την έχω δει ποτέ και δεν την έχω αγγίξει. Άρα θα είναι κάτι περιττό μάλλον που έχουμε μέσα μας. Και βέβαια θα το διώξω, αν πρόκειται να κερδίσω την ευτυχία που αποζητάω, παίρνοντας για γυναίκα μου την πεντάμορφη Γοργόνα».

Χωρίς να σκεφτεί παραπάνω, τρέχει στον παπά τρομαγμένος από τα λόγια αυτά και θυμωμένος του λέει: «Αλίμονο! Ποιος σε μάγεψε και λες τέτοια λόγια; Την ψυχή μας την έχει δώσει ο Θεός για να είμαστε άνθρωποι καλοί και ευγενικοί. Να σκεφτόμαστε και να κάνουμε πάντα το σωστό. Χωρίς την ψυχή και την βοήθεια της καρδιάς ο άνθρωπος κάνει τις χειρότερες πράξεις και τίποτα δεν έχει μέσα του, γιατί δεν ξεχωρίζει το καλό από το κακό. Τίποτα δεν αξίζει όσο αυτή και δεν υπάρχει μεγαλύτερη θυσία από αυτή που έκανε ο ίδιος ο Θεός για την ψυχή. Μόνο φύγε τώρα από ‘δω και μη σε ξανακούσω να λες τέτοια πράγματα.».

Όμως ο μικρός Ψαράς μαγεμένος από τη Γοργόνα του, το είχε πάρει απόφαση. Θα έδινε την ψυχή του και αυτά που του είπε ο παπάς καθόλου δεν τασκέφτηκε, γιατί δεν τα καταλάβαινε. Θυμήθηκε τότε πως παλιότερα είχε ακούσει για μια μάγισσα που ζούσε σε μια σπηλιά πάνω σε ένα ψηλό βουνό και όλα μπορούσε να τακαταφέρει. Πήρε το δρόμο ο μικρός ψαράς για το βουνό και, αφού περπάτησε πολύ, βλέπει από μακριά μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά κρατώντας στα χέρια της πολλά περίεργα βότανα.

Κατάλαβε ότι ήταν η μάγισσα και έτρεξε κοντά της. «Θέλω να διώξω την ψυχή μου», της είπε με φωνή που έτρεμε από την κούραση και την αγωνία.

Η μάγισσα ποτέ δε φανταζόταν ότι θα της ζητούσε κάποιος κάτι τόσο τρομερό. Χλόμιασε όταν το άκουσε, και στην αρχή αρνήθηκε. Προσπάθησε να του δείξει τη δική της ομορφιά, γιατί στ’ αλήθεια ήταν και εκείνη πολύ όμορφη, όμως ο ψαράς καμία άλλη δεν ήθελε, από την μικρή του Γοργόνα.

Και όταν πια η μάγισσα έβλεπε ότι τίποτα δεν του άλλαζε γνώμη και ότι την παρακαλούσε με δάκρυα στα μάτια, βγάζει από τη ζώνη της ένα στιλέτο και του λέει: «Εκείνο που οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι η σκιά τους δεν είναι…. Είναι το σώμα της ψυχής. Πρέπει να σταθείς στην ακροθαλασσιά μ την πλάτη στο φεγγάρι και να κόψεις γύρω από τα πόδια σου τη σκιά σου, προστάζοντας την να φύγει. Έτσι μόνο μπορείς να διώξεις την ψυχή σου».

Και πριν προλάβει να του πει τίποτε άλλο, ο μικρός ψαράς είχε ήδη φτάσει στην ακροθαλασσιά και έκανε αυτό που του είπε η μάγισσα. Η ψυχή του, που ένιωσε ότι ήθελε να την διώξει άρχισε να τον παρακαλάει, όμως αυτός είχε κλείσει τα αυτιά του και το μόνο που σκεφτόταν ήταν η στιγμή που θα συναντούσε επιτέλους την αγαπημένη του.

«Φύγε» της λέει «δεν σε χρειάζομαι. Δεν μου έχεις κάνει κανένα κακό, όμως δεν μου έχεις προσφέρει και τίποτα. Δε σε θέλω λοιπόν μέσα μου».

«Σε παρακαλώ!» Του φώναξε η ψυχή. «Τουλάχιστον δώσε μου και την καρδιά σου να μου κρατάει συντροφιά, γιατί ο κόσμος είναι πολύ σκληρός».

«Αν σου δώσω την καρδιά μου, πως θα αγαπάω την γλυκιά μου Γοργόνα; Η καρδιά μου είναι η αγάπη μου. Μη με καθυστερείς λοιπόν και φύγε αμέσως!».

«Καλά» του λέει. «Θα φύγω. Θα έρχομαι όμως κάθε χρόνο εδώ στην ακροθαλασσιά και θα σε καλώ. Μπορεί να με έχεις ανάγκη» του είπε και έφυγε. Ο μικρός ψαράς ελεύθερος πια βούτηξε στα καταγάλανα νερά και έτρεξε να βρει την αγαπημένη του ακούγοντας τις τρομπέτες στο θαλασσόκοσμο να πανηγυρίζουν τον ερχομό του.

Αφού πέρασε ένας χρόνος, η ψυχή ήρθε στην ακροθαλασσιά και φώναξε το μικρό ψαρά. Εκείνος βγήκε στην επιφάνεια, την πλησίασε και τη ρώτησε τι τον ήθελε, ιστό αυτό δεν την είχε καλέσεις και καμία ανάγκη δεν την είχε.

«Πήγα σε κόσμους θαυμαστούς, όταν με άφησες» του λέει « και ήρθα τώρα εδώ, γιατί ένα δώρο έχω για σένα. Σου φέρνω από την Ανατολή τον καθρέφτη, της Σοφίας. Όποιος έχεις αυτόν τον καθρέφτη είναι ο πιο σοφός από όλους τους σοφούς και όλα τα μυστικά του κόσμου είναι διά του. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να έρθεις μαζί μου».

«Η Αγάπη είναι πιο σημαντική από την Σοφία» λέει ο μικρός ψαράς «και η Γοργόνα με αγαπάει» είπε και χάθηκε μέσα στο βυθό της θάλασσας.

Ο επόμενος χρόνος ήρθε και μαζί του ήρθε και η ψυχή. Κάλεσε πάλι το μικρό ψαρά και αφού την πλησίασε, του είπε: «Όταν με έδιωξες την προηγούμενη φορά ταξίδεψα στο Νότο και σου φέρνω από εκεί το δαχτυλίδι του Πλούτου. Όποιος έχει αυτό το δαχτυλίδι, είναι ο πιο πλούσιος από όλους τους Βασιλιάδες του κόσμου και όλα τα πλούτη που υπάρχουν είναι δικά του. Το μόνο που πρέπει να κάνεις, είναι να έρθεις μαζί μου».

«Η Αγάπη είναι καλύτερη από όλα τα πλούτη του κόσμου», απάντησε ο ψαράς «και η γοργόνα με αγαπάει», είπε και πάλι χάθηκε στα βαθιά νερά της θάλασσας. Τον τρίτο χρόνο η ψυχή ήρθε πάλι στην ακροθαλασσιά και του είπε για μια χορεύτρια, που είχε δυο κατάλευκα πόδια και χόρευε τόσο όμορφα, που έμοιαζαν σαν δυο περιστέρια που πετάνε στον ουρανό.

Και αυτή τη φορά, επειδή η Γοργόνα δεν είχε πόδια αλλά ουρά, ο μικρός ψαράς λαχταρούσε να δει μια γυναίκα με πόδια να χορεύει και έτσι τον έπεισε η ψυχή και την ακολούθησε.

Όμως η ψυχή τον ξεγέλασε και τον πήρε μαζί της στις πόλεις που πήγαινε, όταν ήταν μόνη της και τον έβαζε να κάνει άσχημα πράγματα. Γιατί όταν την είχε διώξει δεν της είχε δώσει καρδιά. Και η ψυχή, όταν δεν είναι μέσα στον άνθρωπο και δεν έχει την καρδιά για συντροφιά, δεν ξέρει μόνη της να κάνεις τα σωστά. Και έμαθε στον κόσμο, που πήγε , να κάνει τα κακά και να τα ευχαριστιέται.

Ο μικρός ψαράς δεν ήθελε να κάνει τις πράξεις αυτές, όμως δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί την ψυχή του, γιατί η μάγισσα δε του είχε πει πως , αν έμπαινε πάλι μέσα του η ψυχή, δεν θα μπορούσε ποτέ πια να τη διώξει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να δέσει τα χέρια του και να κλείσει τα αυτιά του, για να μην ακούει τις εντολές αυτής της διεφθαρμένης ψυχής. Πήγε στην ακροθαλασσιά, έχτισε ένα σπιτάκι και καθόταν εκεί φωνάζοντας μάταια την αγαπημένη του να βγει λίγο για να την δει.

Τα χρόνια περνούσαν και η Γοργόνα δεν έβγαινε. Αυτός όμως τη φώναζε πρωί βράδυ, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα την έβλεπε.

Η ψυχή, που ήταν μαζί του και έβλεπε πόσο μεγάλη ήταν η αγάπη του, τον παρακάλεσε με δάκρυα στα μάτια να την αφήσει να μπει πάλι μέσα του και να νιώσει στα μάτια να την αφήσει να μπει πάλι μέσα του και να νιώσει και αυτή την καλοσύνη του.

Ο μικρός που είχε καταλάβει το κακό που της είχε κάνει, όταν την έδιωξε, προσπάθησε να την αφήσει να μπει, όμως η καρδιά του ήταν τόσο γεμάτη από αγάπη που δεν έβρισκε χώρο. Και όταν η ψυχή άρχισε να μπαίνει μέσα του, μια δυνατή βοή ακούστηκε και η θάλασσα έγινε μαύρη και θεόρατα κύματα απλώθηκαν πάνω της.

Η μικρή Γοργόνα είχε πεθάνει και ο θαλασσόκοσμος θρηνούσε. Ο Ψαράς πήγε τότε κοντά στη θάλασσα και φώναξε: «Μπορεί να σε πρόδωσα και να έφυγα γλυκιά μου Γοργόνα, όμως η αγάπη μου για σένα γέμιζε πάντα την καρδιά μου και, αφού εσύ δεν υπάρχεις πια, δεν μπορώ και ‘γω να ζω, γιατί υποσχέθηκα να είμαι πάντα μαζί σου», είπε και έπεσε στα μαυρισμένα νερά της θάλασσας μαζί με την ψυχή του που είχε βρει πια το δρόμο της και είχε γίνει ξανά ένα μαζί του,

Είχε δίκιο λοιπόν ο μικρός ψαράς.

Η Αγάπη είναι πιο πολύτιμη από όλα όσα του είχε προσφέρει η ψυχή από τα ταξίδια της. Δεν είχε όμως καταλάβει ότι χωρίς την ψυχή του μέσα του ότι και να ένιωθε, θα ήταν μισό. Γιατί η ψυχή το κάνει μεγάλο και ζωντανό.

Όσο για τους δυο ερωτευμένους εκεί που τους βρήκαν, είχαν ανθίσει υπέροχα λουλούδια και πρώτη φορά είχαν δει οι κάτοικοι του χωριού τέτοια λουλούδια να φυτρώνουν στην ακροθαλασσιά.https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

ΑΓΑΠΗ

Κι ήμουν στο σκοτάδι. Κι ήμουν το σκοτάδι.
Και με είδε μία αχτίδα

Δροσούλα το ιλαρὸ το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο σσφοδίλι.
Πώς μ᾿ έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν είμαι πλέον ο ναυαγός κι ό μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ᾿ είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Κώστας Καρυωτάκης

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.