Μαΐου 24, 2022

Ποίηση

Γιατί σε έχω και δεν σε έχω
γιατί σε σκέφτομαι
γιατί η νύχτα είναι με τα μάτια ανοιχτά
γιατί η νύχτα περνά κι εγώ λέω αγάπη
γιατί έχεις έλθει να συλλέξεις την εικόνα σου
και είσαι καλύτερη από όλες τις εικόνες σου
γιατί είσαι καλοσυνάτη από την ψυχή ως εμένα
γιατί κρύβεσαι γλυκιά στην περηφάνια
μικρή και γλυκιά
καρδιά πανοπλία
γιατί είσαι δική μου
γιατί δεν είσαι δική μου
γιατί σε κοιτώ και πεθαίνω
και είναι χειρότερα από θάνατος
αν δεν σε κοιτώ αγάπη
αν δεν σε κοιτώ
γιατί εσύ πάντα υπάρχεις οπουδήποτε
όμως υπάρχεις καλύτερα όπου σ’ αγαπώ
γιατί το στόμα σου είναι αίμα
και κρυώνεις
πρέπει να σε αγαπήσω αγάπη
πρέπει να σε αγαπήσω
κι ας πονά ετούτη η πληγή σαν δύο
κι ας σε ψάχνω χωρίς να σε βρίσκω
κι ας περνά νύχτα και ‘γω να σ’ έχω
και να μην σ’ έχω.
| Καρδιά πανοπλία | μτφρ.: Στέργιος Ντέρτσας |

Mario Benedetti | 14 Σεπτεμβρίου 1920 – 17 Μαΐου 2009 |
via: http://www.thraca.gr/2016/09/mario-benedetti.html?m=1

 

Ποίηση

-1-

Είσαι εσύ που ζεις
μυρίζουν τα μαλλιά σου
στο φως του ήλιου.

-2-
Φουντώνει η καρδιά
γεμίζει σιγά - σιγά
αγάπη πεινά.

-3-
Τα βλέμματά σου
αραγμένα στο κύμα
κοιτούν τους φάρους.

-4-
Μπλε το όνειρο
κουνάς το μαντήλι σου
αίθριο το φως.

-5-
Ατίθασα ζεις
σούρουπο σ΄ αντάμωσα
με μαϊστράλι

-6-
Λευκά γιασεμιά,
τις νύχτες κρατούν σφιχτά
ριζώνει φιλί.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από  Συλλογή "Χαϊκού "

 Γράφει Η Μίκα Καππάτου 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

ΣΟΝΑΤΕΣ ΓΙΑ ΜΕΝΑ

Μ' αρέσει μες στη νύχτα να σε νιώθω κοντά μου,
αθώρητη στον ύπνο σου, σοβαρή κι ερεβένια,
ενώ εγώ τις σκοτούρες μου ξεμπλέκω
σαν να 'ταν τάχα δίχτυα μπερδεμένα.

Απούσα, μέσα στα όνειρα ταξιδεύει η καρδιά σου,
μα το εγκαταλειμμένο κορμί σου ανασαλεύει
στα τυφλά αναζητώντας με, τον ύπνο αξαινοντάς μου,
σαν το φυντάνι που διπλό γίνεται μες στον ίσκιο.

Όρθή, θα 'σαι άλλη που αύριο θα ζήσει,
όμως από τα χαμένα μέτωπα μες στη νύχτα,
από το ζω και δεν ζω που βρισκόμαστε, κάτι

μένει που μες στης ζωής το φως μας πλησιάζει
λες και έχει με φωτιά η σφραγίδα του ίσκιου
τα κρυφά πλάσματα του σημαδέψει.

Ποίηση

«Χαμηλοφώνως»

Διότι είσαι το πρώτο εφετινό χελιδόνι που μπήκε απ' το φεγγίτη έκαμε τρεις γύρους στο ταβάνι και ήσουν κατόπιν όλα μαζί τα χελιδόνια
Διότι είσαι μια μεριά ήρεμη της θάλασσας όπου το κύμα
Kόβει κομμάτια το φεγγάρι και το ρίχνει στην ψιλή άμμο
Διότι τα χέρια μου είναι άδεια σαν καρύδια που η ψίχα τους φαγώθηκε από παράσιτα
Kι εσύ τα γέμισες με τα μαλλιά σου και το μέτωπό σου
Διότι στα μαλλιά σου περνώ τα δαχτυλά μου όπως περνάει ο αγέρας από φύλλα κυπαρισσιού
Διότι είμαι ένα σπίτι εξοχικό κι έρχεσαι μόνη το καλοκαίρι και κοιμάσαι
Kαι ξυπνάς πότε-πότε τα μεσάνυχτα ανάβεις τη λάμπα και θυμάσαι
Διότι θυμάσαι
Γι' αυτό σ' αγαπώ κι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά είμα- στε μαζί
Kι απέναντί μας η θάλασσα φθείρεται ν' ανεβοκατεβαίνει τα δέντρα
...πως πηγαίναμε σε μια κατηφοριά της Bάρκιζας
Kι ένα γύρω οι χρωματιστές πέτρες μάς ακολουθούσαν

Γιατί όταν σκύβω πάνω από πηγάδια βλέπω την επιφάνεια του νερού και λέω: νά το ριζικό κι η ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζί τρεις τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες απ' το κόκκινο - σαν τα μάτια τού μπεκρή - λυκόφως
Kαι είπαμε νά το ριζικό νά οι αγάπες βγήκαν στους δρό- μους για τον επιούσιο

Γιατί βλέπαμε μαζί τις τρεις τσιγγάνες
Nά 'ρχονται και να χάνονται
Γι' αυτό σ' αγαπώ
Kι ανάμεσα στα τελευταία πουλιά
Eίσαι κείνο που γλύτωσε απ' τα σκάγια

Γιατί είμαι γεμάτος από σένα και μπρος από κάθε τι από σκέψη από αίσθηση κι από φωνή
Eίναι κάτι δικό σου που σαν αθλητής τερματίζει πρώτο
Γιατί τα βλέφαρά σου είναι βρύα σε σχισμάδες βράχων
Γι' αυτό σ' αγαπώ.

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας
Από τη συλλογή «Εντός παρενθέσεως Ι»,1945.

Ο Δημήτρης Π. Παπαδίτσας ήταν Έλληνας ιατρός και ποιητής 22 Σεπτεμβρίου 1922 - 22 Απριλίου 1987

Ποίηση

Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς
Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί;
Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική;
Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις.
Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή,
ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις.

Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό,
θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό,
ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης.
Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό.
Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης.

Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ,
νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ
νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι,
κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ
ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι.

Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς,
χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς!
Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν!
Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς.
Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν!

Κώστας Βάρναλης (Πύργος Βουλγαρίας 1884 - Αθήνα 1974): ποιητής,
πεζογράφος καὶ δοκιμιογράφος μὲ διαλεκτικὴ ὑλιστικὴ ὀπτικὴ τῆς τέχνης.

Ποίηση

Ηθική του ύπνου

Τα συρματοπλέγματα είναι απλωμένα τα δεσμά μου επιτελούν το έργο τους
Τα μαλλιά σου να λύνουν τον πιο βαθύ πόνο
Θα ψαλιδίσω τα ερέβη
Του δωματίου μου που στενεύει
Μα θα μπορούσα να διαλύσω το πάτωμα γύρω μου
Να ξαναβρώ τις λεπτομέρειες την κίνηση κάθε βήμα
Την κάτωχρη ή λαμπερή πηγή
Τον ποταμό την περηφάνεια
Την ανάλαφρη γέφυρα
Ένα ρεύμα τον ωκεανό
Τη υπερβολικά φωτεινή σάρκα
Την οθόνη του ουρανού που λάμπει
Τον καρπό την ανάσα την υγεία
Ενός σώματος που δε θα φθαρεί

Καθρέφτης η γαμήλια λίμνη
Καρδιά κι εμφάνιση κοινά
Τα βλέφαρά μου το μέτωπό μου πέπλα επιθυμίας
Φανερώνουν ακόμη την αθωότητά μου

Η χλωρίδα είναι πάνω στο λουλούδι
Είμαι πάνω στο νερό μπαίνω στο νερό
Τακτοποιώ τις έρημες όχθες
Θα έχω νέα σου
Αν μπω βαθιά στον ήλιο.

(1946 – Αδιάκοπη ποίηση)

Ποίηση

Αργά μιλούσες
Αργά μιλούσες μπρος στον ήλιο
και τώρα είναι σκοτάδι
κι ήσουν της μοίρας μου το υφάδι
συ, που θα λέγαν Μπίλιω.

Πέντε στιγμές· και τί έχει γίνει
γύρω στην οικουμένη;
Μια άγραφτη αγάπη ξεγραμμένη
κι ένα στεγνό λαγήνι
κι είναι σκοτάδι… Πού είναι ο τόπος

κι η γύμνια σου ώς τη μέση,
θεέ μου, κι η πιο ακριβή μου θέση
και της ψυχής σου ο τρόπος!

Ποίηση

Ξέρω πως είναι τίποτε όλ’ αυτά
και πως η γλώσσα που μιλώ δεν έχειαλφάβητο
Αφού και ο ήλιος και τα κύματα είναι μια γραφή

συλλαβική που την αποκρυπτογραφείς μονάχα
στους καιρούς της λύπης και της εξορίας
Κι η πατρίδα
μια τοιχογραφία μ’ επιστρώσεις διαδοχικές
φράγκικες ή σλάβικες
που αν τύχει και βαλθείς να την αποκαταστήσεις
πας αμέσως φυλακή
και δίνεις λόγο
Σ’ ένα πλήθος Εξουσίες ξένες
μέσω της δικής σου πάντοτε
Όμως
ας φανταστούμε σ’ ένα παλαιών καιρών αλώνι
που μπορεί να ‘ναι και σε πολυκατοικία
ότι παίζουνε παιδιά
κι ότι αυτός που χάνει
Πρέπει σύμφωνα με τους κανονισμούς
να πει στους άλλους και να δώσει μιαν αλήθεια
Οπόταν βρίσκονται στο τέλος όλοι να κρατούν
στο χέρι τους ένα μικρό
Δώρο ασημένιο ποίημα.


Οδυσσέας Ελύτης
Από τη συλλογή “Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά”, 1971, Συγκεντρωτική έκδοση Ποίηση (πέμπτη έκδοση, 2008), εκδ. Ίκαρος.

Ποίηση

 

Ο άνεμος στο νησί
Ο άνεμος είν΄ένα άλογο
άκου τον πως τρέχει
για την θάλασσα, για τον ουρανό
θέλει να με σηκώσει

Ακου τον άνεμο
πως τριγυρνάει τον κόσμο
για να πετάξει μακρυά

Κρύψε με στην αγκαλιά σου
γι' αυτή τη νύχτα μόνο,
που η βροχή θρυμματίζει
πάνω στη θάλασσα και στη στεριά
τα αμέτρητα στόματά της......

Ο άνεμος τρέχει καλπάζοντας
άκου με φωνάζει
θέλει ο άνεμος
να με πάει μακρυά
- δεν θέλω να με πάρει

Με το κεφάλι σου
σιμά στο μέτωπό μου
και με κομμένα τα κορμιά

Τον άνεμο να τρέξει άφησε
μες στην θάλασσα
με στεφάνι αφρού

Ακου τον με φωνάζει

Τρέχει καλπάζοντας
και στις σκιές με ψάχνει
μέσα στα σκοτάδια
με ζητά

Ο Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda, φιλολογικό ψευδώνυμο του Ρικάρδο Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, Ricardo Eliécer Neftalí Reyes Basoalto, 12 Ιουλίου 1904 – 23 Σεπτεμβρίου 1973) ήταν Χιλιανός συγγραφέας και ποιητής. Η μητέρα του πέθανε από φυματίωση έναν μήνα μετά τη γέννησή του κι έτσι ο πατέρας του, Χοσέ, σιδηροδρομικός υπάλληλος, μετακόμισε στην πόλη Τεμούκο, όπου ξαναπαντρεύτηκε. Ο Νερούδα ξεκίνησε να γράφει ποίηση σε ηλικία 10 ετών, αλλά ο πατέρας του τον αποθάρρυνε κι έτσι άρχισε να υπογράφει τα έργα του με το ψευδώνυμο Πάμπλο Νερούδα, υιοθετώντας το επώνυμο του γνωστού Τσέχου συγγραφέα και ποιητή Γιαν Νερούντα. Το μικρό του όνομα εικάζεται ότι το πήρε από τον Γάλλο ποιητή Πωλ Βερλαίν.
Σύμφωνα με τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής του 20ού αιώνα
Το 1971 του απονεμήθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις λόγω της πολιτικής του δραστηριότητας και των κομμουνιστικών του πεποιθήσεων.Εξέδωσε πληθώρα ποιητικών συλλογών ποικίλου ύφους, όπως ερωτικά ποιήματα, έργα που διέπονται από τις αρχές του σουρεαλισμού, ακόμα και κάποια που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πολιτικά μανιφέστα.
Τον Απρίλιο του 2013, 40 χρόνια μετά το θάνατό του, έγινε εκταφή της σορού του, με σκοπό να διακριβωθεί αν είχε πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης με δηλητήριο από πράκτορες του δικτατορικού καθεστώτος που κυβερνούσε τη Χιλή κατά το θάνατό του.

Ποίηση

“Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία…
Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ’ άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.
Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.”

(Κ. Καρυωτάκης, Άπαντα, εκδ. Πέλλα)

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.