Οκτωβρίου 03, 2022

Ποίηση

Σ’ ευχαριστώ, καρδιά μου,

που δεν χασομεράς, που νυχθημερόν κοπιάζεις,
χωρίς κολακείες, χωρίς ανταμοιβή,
από έμφυτη φιλοπονία.

Έχεις εβδομήντα συνεισφορές το λεπτό.
Κάθε συστολή σου
μοιάζει με σπρώξιμο βάρκας
στην ανοιχτή τη θάλασσα,
σε ταξίδι στο γύρο του κόσμου.

Σ’ ευχαριστώ, καρδιά μου,
που κατ’ επανάληψη
με αποσπάς από το σύνολο,
ακόμη και στον ύπνο μου ξεχωριστή.

Με φροντίζεις στ' όνειρό μου να μη φτεροκοπήσω
σε πτήση
που δεν χρειάζεται πλέον φτερά.

Σ’ ευχαριστώ, καρδιά μου,
που πάλι έχω ξυπνήσει
και μολονότι είναι Κυριακή,
ημέρα ανάπαυσης,
κάτω από τα πλευρά μου
διαρκεί η προ των εορτών συνηθισμένη κίνηση.

Βισουάβα Σιμπόρσκα
«Η ζωή εδώ και τώρα - Ποιήματα»
μτφρ. Μπεάτα Ζουλκιέβιτς
Εκδόσεις Καστανιώτη

https://www.o-klooun.com/

Ποίηση

Κι εμάς που σε αγαπάμε πώς θα μας λέγανε;

Συκοφαντία

Γιατί δάκρυσες παιδί μου;

Απαίσιο δεν είναι όταν σε μαλώνουν για το τίποτα;

Γέμισες μελάνια από το γράψιμο – γι’ αυτό σε λένε βρώμικο;

Θα τολμούσες να αποκαλέσεις την πανσέληνο βρώμικη

γιατί γέμισε το πρόσωπό της μελάνια;

Για καθετί ασήμαντο εσένα κατηγορούν,

παιδί μου. Εκείνοι είναι αλάνθαστοι.

Έσχισες τα ρούχα σου παίζοντας

– γι’ αυτό σε λένε απρόσεκτο;

Πώς θα αποκαλούσαν ένα φθινοπωρινό πρωινό

που χαμογελάει μέσα απ’ τα ακατάστατά του σύννεφα;

Μη νοιάζεσαι γι’ αυτά που λένε για σένα,

παιδί μου.

Απαριθμούν τις σκανδαλιές σου.

Όλοι ξέρουν ότι αγαπάς τα γλυκά

– γι’ αυτό σε λένε λαίμαργο;

Κι εμάς που σε αγαπάμε πώς θα μας λέγανε;

Πηγή: Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ (2010:20) ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα

https://www.lecturesbureau.gr/

Ποίηση

Ο ιμπρεσιονισμός είναι καλλιτεχνικό ρεύμα που ξεκίνησε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στη Γαλλία. Τρείς φίλοι και μαθητές του ζωγράφου Μαρκ Γκλέρ ο Μονέ, ο Ρενουάρ και ο Σίσλε”υ αποφάσισαν να ζωγραφίζουν στην ύπαιθρο και οι ζωγραφικοί τους πίνακες να αποτυπώνουν την εντύπωση της στιγμής(ιμπρέσσιον). Μετά από λίγο η ομάδα μεγάλωσε όταν προστεθηκε και ο Ντεγκά. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους ήταν τα έντονα χρώματα και οι ασυνήθιστες γωνίες από τις οποίες έβλεπαν τα θέματά τους. Ο Μονέ είχε ζωγραφίσει μια θυμωνιά σε κάθε ώρα της μέρας ,σε κάθε εποχή του χρόνου. Ήταν μία ακόμα επανάσταση στην τέχνη της ζωγραφικής, καθώς μέχρι τότε οι ζωγράφοι ζωγράφιζαν μέσα σε στούντιο.

Εκεί ανακάλυψαν ότι τα μακρινά βουνά δεν ήταν σκούρα καφέ αλλά μωβ. Καταλαβαίνετε τι έγινε όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν τα έργα σε έκθεση. Οι απόψεις είχαν τόσο διχαστεί που οι καυγάδες έδιναν και έπαιρναν. Αυτοί οι καλλιτέχνες είχαν πάει κόντρα στην ίδια την Ακαδημία τεχνών που τους δίδαξε τα βασικά της ζωγραφικής τέχνης. Τα έργα απορρίφθηκαν αλλά την επόμενη χρονιά (1864) ξαναπαρουσιάστηκαν απ’ τους ίδιους τους δημιουργούς. Οι κριτικές δεν ήταν καθόλου καλές αλλά εκείνοι επέμεναν και τι καλά που έκαναν. Επιτέλους είχαν ξεκολλήσει απ τον ρομαντισμό και την μούχλα των στούντιος και ζωγράφιζαν το φως. Μπορεί οι κριτικοί να μην έδωσαν επαίνους, οι άνθρωποι όμως της Τέχνης και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες υποδέχτηκαν τους πίνακες των ιμπρεσσιονιστών με ενθουσιασμό και μπήκαν σε σκέψεις. Πολλοί τον υιοθέτησαν και προχώρησαν την Τέχνη ένα βήμα παρά πάνω.

Τεχνικές του Ιμπρεσιονισμού

Ο ιμπρεσιονισμός στη ζωγραφική χαρακτηρίζεται από τις παρακάτω βασικές τεχνικές:
Μικρές και συχνά εμφανείς πινελιές που δημιουργούν ένα χαρακτηριστικά παχύ στρώμα μπογιάς στον καμβά. Με αυτό τον τρόπο δεν μπορούν να αποτυπωθούν πολλές λεπτομέρειες του θέματος αλλά γενικά χαρακτηριστικά του.

Χρήση κυρίως των βασικών χρωμάτων, με μικρή ανάμειξη μεταξύ τους (η διαδικασία της ανάμειξης αυτής γίνεται από τον ίδιο τον θεατή του έργου).
Σπάνια χρήση του μαύρου χρώματος, μόνο στις περιπτώσεις που αποτελεί μέρος του θέματος. Οι ιμπρεσιονιστές δεν χρησιμοποιούσαν το μαύρο χρώμα προκειμένου να επιτύχουν σκιάσεις ούτε το αναμείγνυαν με τα βασικά χρώματα.
Απουσία διαδοχικών επιστρώσεων χρώματος. Οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφιζαν πιο γρήγορα, χωρίς να περιμένουν απαραίτητα το χρώμα να στεγνώσει.
Έμφαση στον τρόπο που το φως ανακλάται πάνω στα αντικείμενα, αποτύπωση του θέματος με ένα είδος επιστημονικού ενδιαφέροντος.
Ζωγραφική κυρίως σε ανοιχτούς χώρους, συνήθως με φωτεινά και έντονα χρώματα.
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι οι τεχνικές αυτές συναντώνται και σε προγενέστερους ζωγράφους, όμως οι ιμπρεσιονιστές τις χρησιμοποίησαν συστηματικά. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί πως οι ιμπρεσιονιστές ευνοήθηκαν και από την ανακάλυψη των προ-επεξεργασμένων χρωμάτων (παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα), γεγονός που εκμεταλλεύτηκαν για να ζωγραφίζουν σε ανοιχτούς χώρους. Παλαιότερα κάθε ζωγράφος ήταν αναγκασμένος να δημιουργήσει ο ίδιος τα χρώματα αναμειγνύοντας τα διάφορα υλικά.

Κατάλογος ιμπρεσιονιστών ζωγράφων

Frédéric Bazille
Ζαν Μπερώ
Gustave Caillebotte
Edgar Degas
George Wharton Edwards
Frederick Carl Frieseke
Eva Gonzalès
Armand Guillaumin
Childe Hassam
Johan Jongkind
Laura Muntz Lyall
Eduard Manet
Willard Metcalf
Claude Monet
Berthe Morisot
William McGregor Paxton
Lilla Cabot Perry
Kamil Pisaro
Pierre August Renoir
Theodore Robinson
Zinaida Serebryakova
Alfred Sisley
John Henry Twachtman
Vincent Van Gogh
J. Alden Weir

ΠΗΓΗ : www.artlessons.gr

https://www.lecturesbureau.gr/

 

Ποίηση

Σεπτέμβρης ναι Σεπτέμβρης είν’ αυτός

ο κόμπος στο λαιμό η κολλώδης μνήμη που
εμποδίζει την κατάποση στερεών απόντων
η ατονία οι κομάρες που αδειάζουνε το σώμα
σε μια φυγή γεμάτη τρύπες
οι καούρες νηστικών ονείρων στο στομάχι
οι άρρυθμες σβησμένες γροθίτσες του σφυγμού
– τι θαρρείς κάπως έτσι σταματούν
κάποτε τελειώνουνε τα αιμοφόρα αστεία.

Ρηχά τα καφενεία στον πεζόδρομο.
Λάδι η ησυχία.
Ασφαλής πικρός ο καφές μου
μακράν της φορτικής ζάχαρης
– μια συνήθεια είναι τ’ απαραίτητα την κόβεις.
Ήχος κερμάτων σε τενεκεδάκι οργανοπαίκτη.
Ο ελεήμων Σεπτέμβρης που ρίχνει φύλλα.

Σεπτέμβρης ναι. Ο τιποτένιος άθλιος μήνας
ο μισητός τσιγκούνης – σου δόθηκε
μονάχα ο μισός και τ’ άλλο ήμισύ του το καλύτερο
δολίως πιο μεγάλο απ’ το δικό σου
οι ζωντανοί τ’ αρπάξαν.

Ναι. Αλλά ήταν σήμερα αγνώριστος.
Ένας άγνωστος αθώος.
Άυλος κι όμως φλύαρα φιλάρεσκος καθώς
τον λίγωνε μια ζέστη σε πιο σωματικόν
– την είχε βιάσει στο άδειο
ξενοικιασμένο τέλος του Αυγούστου.

Ήτανε τόσο φορτική σαν αμαρτία η θαμπάδα του
τόσο πείσμων η πανάκριβη
κάπου μακριά φιλόβροχη κολόνια που φορούσε
τόσο ξεροκέφαλα εγκόσμιο τ’ όνομά του
ώστε μου άρεσε να σ’ έχω προς στιγμήν
ολότελα ξεχάσει.

Καλή του ώρα ένα γυφτάκι πούλαγε κάτι
ένοχα βήτα διαλογής χαρτομάντιλα μούσκεμα
στα μάτια μου.

Πηγή: «Ενός λεπτού μαζί», εκδόσεις Ίκαρος, 1998

Ποίηση

Στις αποσκευές μου θα βάλω......
Το χρυσαφί της ανατολής, το ροδοπορτοκαλί της δύσης και μια θάλασσα.
Τις εικόνες, την εμπνευση, τα αρώματα, το βουνό το λουλουδάτο, το ελεύθερο του μυαλού το όνειρο το ξεχωριστό, το γραμμένο που το λένε πεπρωμένο...
Το ωραίο, το ατίθασο, το γαλάζιο του ουρανού, το φουγάρο, το κύμα το αφριστό το θαλασσουπούλι, το μαντήλι που κουνώ καθώς φεύγω...

Κλείνω τα μάτια μιλώντας αθορύβως και υψώνοντας τα χέρια πάνω, μου έρχεται να πω ..σε ευχαριστώ πανάγαθε για ότι μου χαρίζεις... πάντα με καλοσύνη ζεστή ψυχή και χαμόγελο...
Κλείνω τις αποσκευές βάζοντας μέσα τις μπλε μου σαγιονάρες, τα βότσαλα από τις θάλασσες, τις μπύρες, τις παρέες, τις πανσέληνους τις μουσικές, τα πανηγύρια, το ανέμελο και κάμποσες άλλες εικόνες....

Aντίο λοιπόν, φεύγω μακρυά και ραντεβού τα άλλα καλοκαίρια που έρχονται περιμένοντας τα, με αγωνία στη γωνία, στα χαρακώματα της πόλης κεντώντας το μαντήλι με κλωστή στο ασημί του φεγγαριού τη επόμενη διαδρομή.
Σας φιλώ και σας ασπάζομαι!

Να φυλάς τα χρώματα του νου από το γκρίζο κάποιων σκέψεων...
Eλύτης

 

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

οι φωτογραφίες απο τον https://www.instagram.com/jasonkapmol69/

https://www.forwoman.gr

 

Ποίηση

Ο Χούλιο Φλορένθιο Κορτάσαρ γεννήθηκε στις 26 Αυγούστου 1914 και ήταν Αργεντινός πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Είναι περισσότερος γνωστός για το μυθιστόρημα Κουτσό (1963), που συγκαταλέγεται στα κορυφαία έργα της λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής, αλλά και για τα διηγήματά και ποιήματά του. Το διήγημα που έκανε τον Κορτάσαρ να ξεχωρίσει τιτλοφορείται «Το σπίτι» και δημοσιεύτηκε το 1946 στο περιοδικό Τα χρονικά του Μπουένος Άιρες, του οποίου διευθυντής ήταν ο Μπόρχες. Επηρέασε πολλούς μεταγενέστερους λογοτέχνες και συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες προσωπικότητες του Λατινοαμερικάνικου μπουμ.

Σπούδασε φιλολογία και εργάστηκε ως καθηγητής για πέντε χρόνια, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με λογοτεχνικά περιοδικά. Το 1951, σε ηλικία 37 ετών, εγκαταστάθηκε στην στο Παρίσι, για να αποφύγει το περονικό καθεστώς, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του και έγραψε τα σημαντικότερα έργα του.Έφυγε από τη ζωή στις 12 Φεβρουαρίου του 1984.

"Πέντε ποιήματα για την Κρις" του Χούλιο Κορτάσαρ

Ι

Πολύ πιο πέρα από το «μέσο-
στράτι απάνω της ζωής μας»
υπάρχει μια περιοχή του έρωτα
ένας λαβύρινθος πιο πολύ διανοητικός από μυθικός
όπου είναι δυνατόν να υπάρχεις
αργόσυρτα ευτυχισμένος
χωρίς τον παραληρηματικό μίτο της Αριάδνης
χωρίς αφρούς, χωρίς σεντόνια ή μηρούς.
Όλα καλύπτονται από μιαν ανάκλαση του δειλινού
τα μαλλιά, το άρωμά σου, το σάλιο σου.
Κι εκεί στην άλλη τη μεριά σε κατέχω
την ώρα που εσύ παίζεις με τη φίλη σου
της νύχτας τα παιχνίδια.

ΙΙ

Στην πραγματικότητα λίγο με νοιάζει
που το στήθος σου κοιμάται
στη γαλάζια συμμετρία του άλλου στήθους.
Εγώ θα το είχα συνθλίψει
για να το γαργαλήσω τρίβοντάς το
και θα είχες γελάσει και δικαίως
όταν το αναγκαίο και το αναμενόμενο
θα ήταν οι λυγμοί σου.

ΙΙΙ

Ξέρω πολύ καλά τι κερδίζεις
όταν χάνεσαι μέσα στην ηδονή.
Γιατί είναι ίδιο ακριβώς
με αυτό που εγώ είχα νιώσει.

ΙV

(Το σωστό λάθος)
να έχουμε συναντηθεί στο τέλος της μέρας
σ’ ένα περίπατο στη λεωφόρο.

V

Θα μου άρεσε να πίστευες
πως αυτό είναι το γελοίο παιχνίδι
των επανορθώσεων
με το οποίο παρηγορούμαι σ την απόσταση.
Συνέχισε λοιπόν χορεύοντας
στον καθρέφτη του άλλου σώματος
αφού θα έχεις πια χαμογελάσει
μόλις
για μένα.

Επιμέλεια: Δάφνη Τσάρτσαρου https://www.thessalonikiartsandculture.gr/

Ποίηση

-1-
Γυμνό σώμα μου
μέσα στη πανσέληνο
ερωτεύομαι.
-2-
Φεγγαρώτο
το βράδυ, να έφτασε
το φως της νύχτας.
-3-
Στάζει το φιλί
στα κόκκινα φύλλα
του καλοκαιριού.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Το χαϊκού είναι η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο και προέρχεται από την Ιαπωνία του Μεσαίωνα. Στην πραγματικότητα είναι μια ποιητική φόρμα που αποτελείται από τρεις ομάδες των 5, 7, 5 συλλαβών, οι οποίες τοποθετούνται σε τρεις στίχους ή σε έναν χωρισμένο με κενά, και συνήθως περιγράφει μια στιγμιαία εμπειρία, μια αίσθηση, ένα συναίσθημα, μια εικόνα της φύσης κλπ, την οποία ο ποιητής επιθυμεί να διατηρήσει στις συνειδήσεις των αναγνωστών του.

Ως όρος το χαϊκού καθιερώνεται πιθανότατα στα τέλη του 19ου αι. από τον Μασαόκα Σίκι, ποιητή, εκδότη και εκμοντερνιστή του είδους, ενώ εισηγητής των χαϊκού στην Ελλάδα είναι ο Γιώργος Σεφέρης («Δεκαέξι χαϊκού», Τετράδιο Γυμνασμάτων (1928-1937) ).

Χαϊκού είναι ουσιαστικά κάτι παραπάνω από ένα απλό ποίημα είναι περισσότερο μια πνευματική άσκηση: ομορφιά ίσον αφαίρεση, λιτότητα, γαλήνη, περισυλλογή. Γι’ αυτό κι η φόρμα του είναι τόσο κλειστή και παραδοσιακή.

Έχει το χαρακτηριστικό ενός ευχάριστου ξαφνιάσματος για κάτι οικείο και καθημερινό, που λέγεται ήρεμα και ευγενικά, αγγίζοντας τα πράγματα στην ουσία τους. Ποίηση εμπνευσμένη από τη σοφία Ζεν, μία πνευματική πορεία πρακτικής άσκησης στην καθημερινή ζωή.

Και επειδή στους ποιητές των χαϊκού υπάρχει η συνείδηση ότι η ζωή είναι πάνω από τις λέξεις, τα λόγια είναι ελάχιστα, αφήνοντας τον αναγνώστη να «συμπληρώσει» αυτή την γεύση του αιώνιου. Έτσι γίνεται προσπάθεια να συλληφθεί η στιγμή και να περάσει στο απυρόβλητο του χρόνου

Από τη Συλλογή "Χαϊκού - Επέμβαση"

Γράφει Η Μίκα Καππάτου

 

https://www.forwoman.gr

Ποίηση

Οι εραστές τ’ Αυγούστου με λουλούδια στα χέρια έρχονται,

τ’ αόρατα καλέσματά τους τραβούν στις αυλές,

οι εραστές τ’ Αυγούστου με κόκκινα πουκάμισα και μισάνοιχτα στόματα

τρεμοσβήνουν στα σταυροδρόμια,

εξαφανίζονται στα σοκάκια,

τρέχουν στις πλατείες.

Στους εραστές τ’ Αυγούστου

αχνοφέγγουν στη βραδινή ατμόσφαιρα

οι ερυθρόλευκες γραμμές των κεντημένων λουλουδιών πάνω

στα πουκάμισά τους,

φωτίζονται τ’ ανοιχτά παραθύρια στις σκοτεινές αυλές

κι αυτοί όλο πηγαίνουν κι όλο τρέχουν σε κάποιο κάλεσμα.

Να και το δείλι της ζωής, να και το δείλι που δίπλα περνά απ’ την πόλη,

να το που χρωματίζει τα δέντρα,

που σβήνει τη λάμπα,

που γυαλίζει τ’ αυτοκίνητα . . .

Στα στενά σοκάκια βιαστικά ηχούν οι παρέες,

γύρισε πίσω, έβγα στο μπαλκόνι και πέταξε το παλτό.

Βλέπεις, οι εραστές τ’ Αυγούστου τρέχουν κρατώντας λουλούδια στα χέρια.

Οι γαλάζιες ανταύγειες των διαφημίσεων κυλούν από τις στέγες

κι εσύ κοιτάζεις κάτω, δίχως ποτέ και με κανένα θέση δεν αλλάζεις,

συνομιλώντας με τον εαυτό σου.

Να τα λουλούδια και τια διαμέρισμα με το νέο έρωτα,

με το καινούριο μαστίγιο, που μπαίνει σε κύκλο νέο,

παραδίδοντας τον εαυτό του με νέα κραυγή και νέο αίμα,

παραδίδοντας τον εαυτό του, αφήνοντας τα λουλούδια να πέσουν απ’ τα χέρια του.

Το νέο δείλι θορυβεί,

κανείς δεν θα επιστρέψει στη νέα ζωή,

κανείς δε θα περάσει κάτω απ’ το μπαλκόνι για να ‘ρθει να σε δει,

κανείς δε θα σου παρασταθεί,

κανείς δε θα σου σταθεί,

πιο κοντά, απ’ ό,τι εσύ στον εαυτό σου,

απ’ τα λουλούδια,

απ’ ότι είσαι εσύ στον εαυτό σου.

(Ιωσήφ Μπρόντσκι, 1961, Οι εραστές τ’ Αυγούστου. Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης)

Ποίηση

Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν

καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν

αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά

κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα

στην κάτασπρη γύρη του.

Νιώθω μέσα στο στήθος μου

την καρδιά μου νερό που χορεύει και νιώθω

σα να ‘μαι ένας διάττοντας που πέφτοντας στάθηκε

για λίγο μετέωρος και γύρισε πάλι, φωτεινός και

χαρούμενος,

προς τα πάνω. Ψυχή μου! Τι σε θέλω, ψυχή μου; Τι

κάθεσαι και

δε γίνεσαι μέλισσα; Δυο γραμμούλες φωτός,

δυο αστεράκια οι κεραίες σου – πέταξε, πρόλαβε, τρέξε,

ένα γύρο, δυο γύρους, τρεις γύρους, να φέρεις

φωτιά στην κυψέλη σου.

Ψυχή μου, χαρά μου, τι κάθεσαι μέλισσα;

Άνοιξαν όλα τα λουλούδια του σύμπαντος.

(Νικηφόρος Βρεττάκος, ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, Τόμος 2ος, Εκδόσεις Θεμέλιο)

Ποίηση

To ποίημα της νύχτας: Ήθελε να ‘χει τα ρούχα τ’ ουρανού, του Γουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς

Αν είχα του ουρανού τα κεντημένα ρούχα
Με ύφανση από χρυσό και ασημένιο φως
Τα γαλανά τα σκούρα και τα μαύρα ρούχα
Από σκοτάδι από φως κι από μισόφωτο
Θα τα ‘στρωνα όλα κάτω από τα πόδια σου
Είμαι φτωχός όμως, έχω μονάχα τα όνειρά μου
Τα όνειρά μου έστρωσα στα πόδια σου
Περπάτα απαλά γιατί πατάς τα όνειρά μου.

Από τη συλλογή του 1889 “The Wind among the Reeds”, μετάφραση: Τζούλια Τσιακίρη.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ο ποιητής William Butler Yeats, γιος του John Butler Yeats και της Susan Pollexfen, γεννήθηκε στο Δουβλίνο, στις 13 Ιουνίου του 1865. Ο πατέρας του, που είχε σπουδάσει νομικά αλλά έγινε ζωγράφος, ήταν ένας σκεπτικιστής διανοούμενος, οπαδός του ορθολογισμού του John Stuart Mill και λαμπρός συνομιλητής. Η μητέρα του ήταν απλή θρησκευόμενη γυναίκα που της άρεσε να ακούει και να λέει ιστορίες για ξωτικά και για φαντάσματα. Το 1867 η οικογένεια Yeats μετακομίζει στο Λονδίνο όπου ο πατέρας αρχίζει την καριέρα του ως ζωγράφος. Στο Λονδίνο, ο William παρακολούθησε μαθήματα στο Godolphin School για λίγα χρόνια. Εκεί τα πράγματα ήταν αρκετά δύσκολα γι’ αυτόν. Όντας ονειροπόλος, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα μαθήματά του, και οι συμμαθητές του τον κορόιδευαν, γιατί δεν ήταν δυνατός και δεν ήταν Άγγλος. Το 1880 η οικογένεια επέστρεψε στην Ιρλανδία. Εκεί ο William παρακολούθησε μαθήματα στο Erasmus High School, στο Δουβλίνο, ως την ηλικία των δεκαοκτώ. Η συμπεριφορά του άρχισε τότε να γίνεται χαρακτηριστική. Προσπαθώντας να καλύψει τη μεγάλη δειλία του, ο William άρχισε ν’ αποκτά μια βυρωνική “πόζα” και να μιμείται το “ηρωικό βάδισμα” του Irving στον “Άμλετ” (είχε δει την παράσταση με τον πατέρα του). Αν στο προηγούμενο σχολείο στο Λονδίνο, είχε υποφέρει αρκετά από τις κοροϊδίες των συμμαθητών του, τώρα περνούσε στην αντεπίθεση και γινόταν ένας “δύσκολος” νεαρός. Προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα του, ο οποίος ήθελε να ακολουθήσει ο γιος του την οικογενειακή παράδοση και να σπουδάσει στο Trinity College, γράφεται και παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής στο Metropolitan School of Art του Δουβλίνου. Εκεί γνωρίστηκε μ’ ένα συμφοιτητή του, τον George Russel (τον ποιητή που έγραφε με το ψευδώνυμο “ΑΕ”), ο οποίος συμμερίζεται και ενθαρρύνει το ενδιαφέρον του για το υπερφυσικό και το απόκρυφο. Σ’ αυτόν τον παράξενο άνθρωπο ο Yeats βρίσκει έναν άξιο αντίπαλο του πατέρα του και μια πνευματική και ηθική στάση που αψηφούσε τον ορθολογισμό. Μαζί με τον Russel αφοσιώνονται στη μελέτη των ανατολικών θρησκειών και της ευρωπαϊκής μαγείας, και μάλιστα ιδρύουν, μαζί με άλλους, τον “Ερμητικό Σύλλογο του Δουβλίνου”, ο οποίος συνεδριάζει για πρώτη φορά το 1885 με πρόεδρο τον Yeats. Ο William αρχίζει να γράφει ποίηση ενώ συγχρόνως ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το ποιητικό θέατρο. Το 1885 δημοσιεύονται για πρώτη φορά δύο λυρικά ποιήματά του: “Song of the faeries” και “Voices” καθώς και το λυρικό δράμα “The island of status” στο “Dublin University Review”. Η ποίηση του Yeats, αρχικά, φανερώνει διάφορες επιδράσεις (π.χ. του Shelley ή των Προραφαηλιτών ποιητών, που είχε γνωρίσει μέσω του πατέρα του), αυτός όμως είχε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση: ήθελε να γράψει για τους Ιρλανδούς και για την πατρίδα τους, τη δική του πατρίδα.

Έτσι δανείστηκε στοιχεία από τα παραμύθια και τους θρύλους του τόπου του, χρησιμοποιώντας και τη μορφή της μπαλάντας (“Crossways”, 1889· “The rose”, 1893) ή γράφοντας αφηγηματική ποίηση (“The wanderings of Oisin”, 1889), όπου το ιρλανδικό υλικό παρουσιάζεται με προραφαηλιτικό ύφος και συμβολιστική μέθοδο. Με τη δημοσίευση μιας άλλης ποιητικής συλλογής (“The wind among the reeds”, 1899), η ποίησή του είχε αρχίσει να γίνεται περισσότερο πολύπλοκη.

Ο Yeats είχε γνωρισθεί με τον Arthur Symons, ο οποίος, με τη βοήθεια του ποιητή, έγραψε “Το συμβολιστικό κίνημα στη λογοτεχνία” (1899). O Symons έφερε τον Yeats σ’ επαφή με το κίνημα του Mallarme. Ο Yeats, πάντως, δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για μια καθαρά ιρλανδική καλλιτεχνική παραγωγή. Το αποτέλεσμα ήταν η ίδρυση του ιρλανδικού Θεατρικού Συλλόγου, του ιρλανδικού εθνικού θεάτρου που αργότερα έγινε γνωστό ως Abbey Theatre. Σ’ αυτή του την προσπάθεια είχε τη συνεργασία του Edward Martyn, του George Moore και της Augusta Gregory.

Το 1914 και το 1919 δημοσιεύονται οι ποιητικές του συλλογές “Responsibilities” και “The wild swans at Coole” αντίστοιχα. Το 1925 δημοσίευσε ένα έργο με τον τίτλο “A vision”, αλλά τελικά το απέσυρε, το ξανάγραψε και, το 1937, το εξέδωσε με την νέα του μορφή. Το έργο αυτό είναι ένα ημι-αστρολογικό σύστημα που εξηγεί τους ανθρώπινους τύπους, την ιστορία και τη μετά θάνατον πορεία της ψυχής, χρησιμοποιώντας ως κεντρικό σημείο αναφοράς την κυκλική αντίληψη του χρόνου και τις είκοσι οκτώ φάσεις της σελήνης. Το 1928 δημοσιεύει την συλλογή “The tower”, και το 1930 γράφει το θεατρικό “The words upon the window-pane”. Έγραψε επίσης τα έργα: “The king of the great clock tower”, “The winding stair”, “Wheels and butterflies”, “A full moon in March”, “Essays 1931-1936”, “Purgatory”, “The death of cuchulain” κ.ά. Το 1923 τιμήθηκε με το Νόμπελ της Λογοτεχνίας. Ο Yeats πέθανε στη Γαλλία, στις 28 Ιανουαρίου του 1939, πιστεύοντας ότι, αν ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει την απόλυτη αλήθεια, μπορεί τουλάχιστον να την ενσαρκώσει.

Η μέρα του θανάτου του ήταν, όπως λέει ο W.H. Auden, “μια σκοτεινή και κρύα μέρα”· το “ιρλανδικό αγγείο” έμεινε “άδειο από την ποίησή του”. Στο έργο του, ωστόσο, ο Yeats είχε αμφισβητήσει την εξουσία του θανάτου: “Καιρός τη διαθήκη μου να γράψω… κι εδώ την πίση μου δηλώνω:… θάνατο και ζωή και όλα τα δημιούργησε ένας άνθρωπος απ’ την πικρή ψυχή του, όλα, ναι, και ήλιο και σελήνη κι άστρα, κι ακόμη πρόσθεσε αυτό, πως οι νεκροί ανασταίνονται και ονειρεύονται…https://www.literature.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.