Δεκεμβρίου 05, 2022

Πορτραίτα

Οπως ο Ταρκόφσκι, ο Αγγελόπουλος, ο Καζάν, ο Βισκόντι και τόσοι άλλοι σημαντικοί σκηνοθέτες, ο Κισλόφσκι ανήκει στη χορεία των ποιητών της μεγάλης οθόνης.

Γεννημένος στη Βαρσοβία, στις 27 Ιουνίου του 1941 υπήρξε ένας σπουδαίος καλλιτέχνης και μαέστρος της έβδομης τέχνης την οποία και υπηρέτησε με δημιουργική συνέπεια.

Μέσα από τις ταινίες του, ο Κισλόφσκι κατάφερε αφενός να στηρίξει τον δισυπόστατο χαρακτήρα της ανθρώπινης ψυχής και αφετέρου, να σχολιάσει μοναδικά τις άπειρες δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης.

Στη σύντομη, αλλά πλούσια σε κινηματογραφικό έργο ζωή του, ο Κριστόφ Κισλόφσκι διερεύνησε σε βάθος το εύθραυστο τοπίο της ανθρώπινης ύπαρξης, κύριο τροφοδότη της ηθικής προβληματικής και της φιλοσοφικής διάστασης, που διατρέχουν όλο το έργο του.

Ο Γιάννης Στάνκογλου αποκάλυψε τι είναι αυτό που τον κάνει έξαλλο σε μια παράσταση
Το έργο του Κισλόφσκι, συνεπές και άμεσα συνδεδεμένο με κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, ακολούθησε τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας στην πάλη τους για επιβίωση, αναδεικνύοντας διαφορετικές πτυχές της πολωνικής ζωής και κουλτούρας.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο κινηματογραφιστής συγκαταλεγόταν ήδη στους βασικούς εκπροσώπους του νέου κύματος του πολωνικού ντοκιμαντέρ.

Οι σπουδές και οι πρώτες ταινίες
Μετά τις σπουδές του στην Κινηματογραφική Σχολή του Λοτζ, φυτώριο για τον πολωνικό κινηματογράφο, ο Κισλόφσκι πειραματίστηκε με τα όρια του ντοκιμαντέρ.

Κάθε βήμα του συνιστούσε κι ένα ταξίδι στο ανθρώπινο πνεύμα, μια κινηματογραφική διαδρομή που έθετε ηθικά διλήμματα, επιχειρώντας ταυτόχρονα να βρει τη λύση τους.

Με τα πρώτα του καρέ σε άσπρο και μαύρο, ο σκηνοθέτης άρχισε να αναπτύσσει το ιδιαίτερο κινηματογραφικό του ύφος, επιλέγοντας να προσεγγίσει θεματικά την αντίξοη καθημερινότητα των κατοίκων της πόλης, των εργατών, αλλά και των στρατιωτών.

Το 1966 ο Κισλόφσκι γύρισε την πρώτη μικρού μήκους ταινία το Tramwaj (1966).

Το 1969 αποφοίτησε από την περίφημη Κινηματογραφική Σχολή του Λοντζ έχοντας γυρίσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους και για τα επόμενα χρόνια σκηνοθέτησε αρκετά ντοκιμαντέρ.

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας είναι το Personel του 1975.

Η συγκεκριμένη ταινία όπως και η επόμενή του Το Σημάδι του 1976, είναι έργα κοινωνικού ρεαλισμού μ’ ένα εξαιρετικά μεγάλο επιτελείο ηθοποιών.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και με τις ταινίες, Ερασιτέχνης Κινηματογραφιστής του 1979 και Blind Chance (Przypadek» – γυρίστηκε το 1981 αλλά εξαιτίας λογοκρισίας προβλήθηκε το 1987) – μόνο που εδώ δίνει έμφαση περισσότερο στο άτομο παρά στο κοινωνικό σύνολο.

Ο Δεκάλογος

Η ταινία «Δίχως Τέλος» του 1984, είναι ίσως η πιο ξεκάθαρη, πολιτικά, ταινία του, για να ακολουθήσει ο περίφημος «Δεκάλογος» που αποτελούν ένα κύκλο δέκα μικρού μήκους ταινιών διάρκειας μίας ώρας, εμπνευσμένες από τις Δέκα Εντολές.

Από αυτόν τον κύκλο ταινιών προέκυψαν και οι μεγαλύτερου μήκους αριστουργηματικές εκδοχές του πέμπτου και έκτου επεισοδίου με τον τίτλο «Μικρή Ιστορία για έναν Φόνο» το 1988 και «Μικρή Ερωτική Ιστορία» της ίδιας χρονιάς.

Το όνομά του αρχίζει να γίνει γνωστό, ο κινηματογράφος του ευδιάκριτος.

Η Μπλε, η Λευκή και η Κόκκινη Ταινία και η υποψηφιότητα για Όσκαρ
Ωστόσο, οι ταινίες που τον έκαναν γνωστό στο ευρύ κοινό και του χάρισαν τη διεθνή αναγνώριση είναι οι τέσσερις τελευταίες δημιουργίες της ζωής του:

 

«Η Διπλή Ζωή της Βερόνικα» του 1991 και βέβαια ο πασίγνωστος κινηματογραφικός κύκλος, «Τρία Χρώματα: η Μπλε, η Λευκή και η Κόκκινη Ταινία» που γυρίστηκαν το χρονικό διάστημα 1993-94.

Στην πρώτη ταινία της τριλογίας, μία γυναίκα που έχασε τον άντρα της και την κόρη της σε τροχαίο δυστύχημα, προσπαθεί να ξεχάσει και ν’ αρχίσει μια καινούργια ζωή.

Στη δεύτερη, ένας κομμωτής, αποδιωγμένος ερωτικά από τη γυναίκα του, αποκτά με δόλο μία περιουσία και σκηνοθετεί το θάνατό του και στην τρίτη, χάρη στον τροχαίο τραυματισμό ενός σκύλου αναπτύσσεται μία άδολη σχέση αγάπης ανάμεσα σ’ έναν γέρο δικαστή και μια όμορφη νεαρή γυναίκα.

Οι ταινίες κυκλοφόρησαν ξεχωριστά και παρόλο που η κάθε μία μπορεί να σταθεί από μόνη της, σχεδιάστηκαν να αποτελούν μία ενότητα.

Το 1993 «Η Μπλε Ταινία» απέσπασε τον «Χρυσό Λέοντα» του Φεστιβάλ της Βενετίας και το 1995 o Κισλόφσκι ήταν υποψήφιος για το Όσκαρ σκηνοθεσίας και σεναρίου για την «Κόκκινη Ταινία».

Ο θάνατος

Μέχρι τις τελευταίες του στιγμές της ζωής του, δούλευε. Πέθανε στις 13 Μαρτίου 1966, στη γενέθλια Βαρσοβία, μετά από προβλήματα καρδιάς, σε ηλικία μόλις 54 χρόνων.

Ως τη στιγμή του θανάτου του, δούλευε με τον Πίσεβιτς σε μία νέα τριλογία ταινιών που βασιζόταν στη «Θεία Κωμωδία» του Δάντη.

Ο Πίσεβιτς ολοκλήρωσε τα σενάρια και για τις τρεις ταινίες, τις οποίες ανέλαβαν να σκηνοθετήσουν ο γερμανός Τομ Τίκβερ με τίτλο «Παράδεισος»(«Heaven, 2002), o βόσνιος Ντάνις Τάνοβιτς με τίτλο «Η Κόλαση Μέσα μας» («L’enfer»», 2005) και ο πολωνός Στάνισλαβ Μούχα «Nadzieja» («Πουργατόριο», 2007).



 

Πορτραίτα

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Καβάφης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 17 Απριλίου 1863. Η ημερομηνία άλλαξε σε 29 Απριλίου, όταν τέθηκε σε ισχύ το νέο ημερολόγιο, και αυτή αναφέρεται ως ημερομηνία γέννησης του ποιητή. Εκτός των άλλων, συμπίπτει με την 29η Απριλίου 1933, ημέρα θανάτου του, δημιουργώντας έτσι μιαν αξιοσημείωτη ληξιαρχική σύμπτωση. Κατά τον 19ο και έως τα μέσα του 20ου αιώνα ευημερούσαν σε πολλές αιγυπτιακές πόλεις ελληνικές παροικίες· η πολυπληθέστερη ήταν εκείνη της Αλεξάνδρειας. Οι γονείς του ποιητή, ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης και η Χαρίκλεια, το γένος Γεωργάκη Φωτιάδη, είχαν αποκτήσει συνολικώς εννέα παιδιά, δύο εκ των οποίων πέθαναν σε νηπιακή ηλικία – το ένα εξ αυτών ήταν και το μοναδικό κορίτσι. Ο Κωνσταντίνος ήταν το ένατο και τελευταίο παιδί. Ο Πέτρος-Ιωάννης Καβάφης διατηρούσε ακμαίο εμπορικό οίκο υπό την επωνυμία «Καβάφης & Σία», στον οποίον συμμετείχε και ο εγκατεστημένος στο Λονδίνο αδερφός του Γεώργιος. Εμπορεύονταν σιτάρι και βαμβάκι.

Το 1882 εκδηλώθηκε στρατιωτικό κίνημα στην Αίγυπτο, επενέβη ο αγγλικός στόλος (οι Άγγλοι θα διοικήσουν για τα επόμενα εβδομήντα χρόνια την Αίγυπτο), βομβαρδίστηκε η Αλεξάνδρεια και οι ξένοι πάροικοι άρχισαν να εγκαταλείπουν την πόλη. Ανάμεσά τους και η Χαρίκλεια που αυτή τη φορά σπεύδει προς το πατρικό της σπίτι στην Κωνσταντινούπολη. Το ταξίδι αυτό έχει περιγραφεί από τον ποιητή με τη μορφή ημερολογίου στην αγγλική γλώσσα, υπό τον τίτλο «Constantinopoliad –an epic». Για την τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη διαθέτουμε ασαφείς πληροφορίες. Την ίδια εποχή γράφει τα πρώτα του στιχουργήματα σε ελληνική και αγγλική γλώσσα, καθώς και πεζά εγκυκλοπαιδικού χαρακτήρα. Περί τα τέλη του 1885 η οικογένεια επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια, και ο Κωνσταντίνος απασχολείται σε διάφορες, εργασίες. Κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια θα συμβούν διαδοχικοί θάνατοι μελών της οικογένειας. Το 1891 πεθαίνει ο αδερφός του (συνώνυμος του πατέρα Καβάφη) Πέτρος-Ιωάννης, το 1899 η μητέρα Χαρίκλεια, και τα αδέρφια του Γεώργιος (1900), Αριστείδης (1902), Αλέξανδρος (1905). Κατά τη δεκαετία του 1920 θα πεθάνουν και οι άλλοι δύο αδελφοί του, ο Παύλος (1920) και ο Τζων (1923). Έτσι, ο ποιητής παραμένει ο τελευταίος επιζών ολόκληρης της οικογένειας. Σταθερή εργασία απέκτησε το 1892, όταν προσελήφθη στην ελεγχόμενη από τους Άγγλους Υπηρεσία Αρδεύσεων όπου θα εργαστεί επί τριάντα χρόνια. Από το 1908 και έως το τέλος της ζωής του θα διαμένει πλέον μόνος στο διαμέρισμα της τότε οδού Λέψιους 10, η οποία τον Οκτώβριο του 1964 μετονομάστηκε Sharm el Sheikhj και προ ετών μετονομάστηκε σε οδό Καβάφη.

Κωνσταντίνος Καβάφης. Στη διάρκεια της ζωής του στην Αλεξάνδρεια ελάχιστες είναι οι μετακινήσεις του, τόσο στο εσωτερικό της Αιγύπτου (Κάιρο) όσο και στο εξωτερικό. Το 1897 πραγματοποίησε με τον αδερφό του Τζων ένα δίμηνο ταξίδι στο Παρίσι και το Λονδίνο. Το καλοκαίρι του 1901 επισκέφτηκε για πρώτη φορά την Αθήνα, μαζί με τον αδερφό του Αλέξανδρο, ταξίδι για το οποίο τήρησε ημερολόγιο σε αγγλική γλώσσα, με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες για όσα είδε, καθώς και για τα πρόσωπα που συνάντησε, όπως π.χ. τον Κίμωνα Μιχαηλίδη, εκδότη του περιοδικού Παναθήναια, τον ποιητή Ιωάννη Πολέμη, τον ζωγράφο Γεώργιο Ροϊλό, τον Γρηγόριο Ξενόπουλο. Στη συνέχεια θα ανταλλάξει επιστολές με τον Ξενόπουλο ο οποίος θα δημοσιεύσει το 1903 στα Παναθήναια το ιστορικής σημασίας άρθρο του «Ένας ποιητής». Πρόκειται για την πρώτη εκτενή μελέτη που γράφτηκε για την ποίηση του Καβάφη στην Αθήνα. Στην ελληνική πρωτεύουσα θα επανέλθει ο ποιητής το 1905, προκειμένου να επισκεφτεί τον νοσηλευόμενο σε νοσοκομείο αδερφό του Αλέξανδρο, ο οποίος θα πεθάνει τελικώς την ίδια χρονιά. Το τρίτο και τελευταίο αθηναϊκό ταξίδι του Καβάφη θα πραγματοποιηθεί το 1932 για λόγους υγείας.

Το διαμέρισμά του στον δεύτερο όροφο της τότε οδού Λέψιους θα αποτελέσει με τον καιρό τον συνήθη τόπο συνάντησής του με λογίους της Αλεξάνδρειας, αλλά και με επισκέπτες του από την Ελλάδα. Η ασυνήθης εκδοτική τακτική του, κάποιες ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, όπως τις κατέγραφαν όσοι τον είχαν συναναστραφεί, και οι πάντα αιχμηρές αναφορές του σε πρόσωπα λογοτεχνών και σε βιβλία άρχισαν να δημιουργούν μιαν αχλύ θρύλου γύρω από το άτομό του.

•Καβάφης – Η δημόσια εικόνα του απέκτησε έντονα (κάποτε και παραμορφωτικά) χαρακτηριστικά από τις περιγραφές γνωστών συγγραφέων και ποιητών, Ελλήνων και ξένων, που τον επισκέφτηκαν, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, η Μυρτιώτισσα, ο Κώστας Ουράνης, ο φουτουριστής Tomazo Filippo Marinetti, ο E. M. Forster και άλλοι φίλοι (κάποτε και εχθροί) του έργου του κατέγραψαν τις συζητήσεις τους με τον Καβάφη και τις μετέδιδαν προφορικώς ή γραπτώς.

Από αναμεταδόσεις ιδιωτικών συνομιλιών αυτού του τύπου, καθώς και από αποσπάσματα συναφών συνεντεύξεων, προέκυψε και η δημόσια ανταλλαγή εκατέρωθεν αρνητικών σχολίων μεταξύ Κωστή Παλαμά και Καβάφη, σε μια εποχή κατά την οποία η καβαφική ποίηση είχε αρχίσει να κλονίζει την παντοκρατορία του Παλαμά. Η αναγνώριση της αξίας του Αλεξανδρινού συνοδευόταν συχνά από παρωδίες (κάποτε και κακοήθεις) που στόχευαν στον άνθρωπο Καβάφη ή σε συγκεκριμένα ποιήματά του, τάση που μετά τον θάνατο του ποιητή επεκτάθηκε ως παρωδιακή διακωμώδηση κάθε είδους θεμάτων, επιβεβαιώνοντας έτσι την ακμαία και διαρκή διείσδυση των στίχων του στην καθημερινή ζωή μέχρι και σήμερα.

•Ήδη κατά τη δεκαετία του 1920 πολλοί νέοι της εποχής στην Αθήνα είχαν στρέψει την προσοχή τους προς την ποίηση του Καβάφη, επικοινωνούσαν μαζί του ζητώντας να αποκτήσουν τις συλλογές των μονοφύλλων του ή έγραφαν μελέτες για το έργο του.

Το 1926, η δικτατορική κυβέρνηση του Πάγκαλου απένειμε στον ποιητή το παράσημο του Φοίνικος, μοναδική διάκριση που αξιώθηκε όσο ζούσε. Τον ίδιο χρόνο, όταν πλέον τα αξιόλογα αλεξανδρινά περιοδικά είχαν διακόψει την έκδοσή τους, κυκλοφόρησε στην Αλεξάνδρεια ένα νέο λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό έντυπο η Αλεξανδρινή Τέχνη (1926-1932), το οποίο όχι μόνον διευθυνόταν αφανώς, αλλά και στηριζόταν οικονομικώς από τον Καβάφη, προκειμένου να προβάλλεται το έργο του και να αναιρούνται οι τυχόν εναντίον του αντιδράσεις και επιθέσεις. Είναι βέβαιο πως πολλά από τα ανυπόγραφα σχόλια στο περιοδικό αυτό είναι γραμμένα διά χειρός Καβάφη. Στις σελίδες της Αλεξανδρινής Τέχνης μνημονεύονται λεπτομερώς όλα τα θετικά για τον ποιητή δημοσιεύματα ποικίλων άλλων εντύπων, ελληνικών και ξένων, και ανασκευάζονται τα τυχόν επιθετικά εναντίον του σχόλια. Στη σχετική ειδησεογραφία αναφέρονται και σποραδικές, μεμονωμένες μεταφράσεις ποιημάτων του σε ξένες γλώσσες.

Τις πρώτες μεταφράσεις καβαφικών ποιημάτων στην αγγλική γλώσσα αποπειράθηκαν πολύ νωρίς ο Τζων Καβάφης, αδελφός του ποιητή (σ’ αυτόν ανήκει η μετάφραση του δίγλωσσου τετρασέλιδου «Τείχη/My Walls», 1897), και ο αγγλοτραφής Γεώργιος Βαλασόπουλος ο οποίος απέδωσε στα αγγλικά ορισμένα καβαφικά ποιήματα που περιέλαβε ο E. M. Forster στα βιβλία του για την Αλεξάνδρεια και δημοσίευσε ο T. S. Eliot στο περιοδικό του Criterion. Έως τον θάνατο του Καβάφη λιγοστές και δειγματοληπτικές είναι οι μεταφράσεις ποιημάτων του σε ευρωπαϊκές γλώσσες· συχνά περιλαμβάνονται σε ξενόγλωσσες ανθολογίες νεοελληνικής ποίησης. Πραγματική μεταφραστική έκρηξη σημειώθηκε μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και εξακολουθεί ως τις μέρες μας με νέες, ανανεωμένες εκδόσεις, ακόμη και σε γλώσσες που ήδη διαθέτουν παλαιότερες μεταφραστικές απόπειρες.

•Από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 ο ποιητής αισθανόταν ενοχλήσεις στον λάρυγγα. «Αυτό ήταν που τον έκανε να κόβει τα τσιγάρα στη μέση, να σωπαίνει όλο και περισσότερο στις συναναστροφές, να καταλαμβάνεται από μια ξαφνική μελαγχολία», όπως γράφει ο Στρατής Τσίρκας

Διαγιγνώσκεται με καρκίνο του λάρυγγα και οι γιατροί συνιστούν να μεταβεί στην Αθήνα, όπου έρχεται συνοδευόμενος από το ζεύγος των κληρονόμων του, τον Αλέκο και τη Ρίκα Σεγκοπούλου. Η παρουσία του στην ελληνική πρωτεύουσα γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο. Θα παραμείνει επί τετράμηνο (Ιούλιος-Οκτώβριος 1932), θα νοσηλευτεί στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και θα υποστεί τραχειοτομία, με αποτέλεσμα να χάσει οριστικά τη φωνή και την ομιλία του. Με όσους τον επισκέπτονται στο νοσοκομείο επικοινωνεί με σύντομα γραπτά σημειώματα. Σε αυτό το ύστατο ταξίδι του στην Αθήνα θα γνωρίσει από κοντά πολλούς Αθηναίους συγγραφείς οι οποίοι θα καταγράψουν λεπτομερώς τις όχι πάντα θετικές εντυπώσεις τους. Πριν αναχωρήσει για την Αλεξάνδρεια, θα τον δεξιωθεί το ζεύγος Κώστα και Ελένης Ουράνη και, κατά τη διάρκεια της βραδιάς, ο συνθέτης και μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος θα εκτελέσει στο πιάνο το έργο του 10 Inventions, πάνω σε δέκα καβαφικά ποιήματα.

•ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ

Περί τα τέλη του 1932, και ενώ ο ποιητής έχει επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια, κυκλοφορεί στην πρωτεύουσα το καβαφικό αφιέρωμα του περιοδικού Ο Κύκλος. Εντωμεταξύ, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώνεται. Τον Απρίλιο του 1933 εισάγεται στο Ελληνικό Νοσοκομείο της Αλεξάνδρειας, όπου και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στις 29 Απριλίου, και θα ταφεί στον οικογενειακό τάφο των Καβάφηδων στο ελληνικό κοιμητήριο του Σιάτμπι.

Στην απέριττη επιτύμβια πλάκα αναγράφεται: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Π. ΚΑΒΑΦΗΣ / ΠΟΙΗΤΗΣ / ΘΑΝΩΝ ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ ΤΗΝ 29ην / ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1933.Σύμφωνα με την κριτική, ο Καβάφης άρχισε το ποιητικό του στάδιο με ρομαντικές επιρροές, πέρασε διαδοχικά από τον παρνασσισμό και τον συμβολισμό, για να καταλήξει, στην ωριμότερη και διαρκέστερη φάση του έργου του, στον ποιητικό ρεαλισμό. Η ειρωνική γλώσσα του είναι άμεση και δραστική, μακριά από αγκυλώσεις του δημοτικισμού, η ερωτική θεματολογία του απροκάλυπτη, η μέσω της Ιστορίας ανταπόκρισή του προς τα σύγχρονα γεγονότα σταθερώς ανιχνεύσιμη. Με ισόβια και αταλάντευτη αφοσίωση στην Τέχνη της Ποιήσεως, μίλησε για τον έρωτα και τον θάνατο, για τη βία και τη μέθη της εξουσίας, για τον πολιτικό οπορτουνισμό και τη διάψευση των μεγάλων ιδανικών. Σήμερα αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως ένας από τους μείζονες ποιητές του 20ου αιώνα.

πηγή: onassis.org

Πορτραίτα

Η Μαριέττα Γιαννάκου ήταν μία πολιτικός που αξίζει να τη θυμόμαστε για όσα δίδαξε με τη ζωή της
Κατερίνα Μπούσιου
Η Μαριέττα Γιαννάκου ήταν μία πολιτικός που αξίζει να τη θυμόμαστε για όσα δίδαξε με τη Πέρα από κόμματα και ιδεολογίες, υπήρξε μία γυναίκα που ενέπνευσε στην πολιτική με το ήθος της, τις απαράβατες αξίες της και υπήρξε πάραδειγμα προς μίμηση για το θάρρος που αντιμετώπισε τον προσωπικό της γολγοθά.

Η ευθύνη ήταν συνώνυμο με τον χαρακτήρα της με έναν τρόπο μοναδικό πέρα από την πολιτική της ιδιότητα. Η απώλεια της Μαριέττας Γιαννάκου, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη, για έναν και μοναδικό λόγο. Γιατί ήταν φτιαγμένη από ένα σπάνιο υλικό, με τα ήθη μιας άλλης εποχής στην πολιτική, αλλά και στην κοινωνική της διάσταση. Μία μορφωμένη γυναίκα των έργων με μία πολύ ιδιαίτερη ευαισθησία στην προσωπική της ζωή.

Από την Λακωνία στην Ιατρική και μετά στην πολιτική
Το ότι στα 11 της χρόνια έχασε τον πατέρα της (διευθυντής του τοπικού γραφείου του ΟΤΕ και του Ταχυδρομείου) και η ανάγκη να προστατέψει την μητέρα της (εκπαιδευτικό στο επάγγελμα) αλλά και τη μικρότερη αδελφή της, την ωρίμασε απότομα. Διάλεξε την Ιατρική ως επαγγελματικό προσανατολισμό και την ψυχιατρική με μετεκπαίδευση στη συνέχεια στο Βέλγιο. Περιττό να σας πούμε πως υπήρξε άριστη μαθήτρια και χωρίς να το προσπαθεί ιδιαίτερα. Απλά είχε σύστημα στο διάβασμα της. Αν και όπως έλεγε η ίδια: «Θυμάμαι όταν έδωσα χημεία, το προηγούμενο βράδυ αντί να διαβάσω πήγα στον κινηματογράφο». Με την πολιτική θα ασχοληθεί αμέσως μετά την μεταπολίτευση, λόγω συμμετοχής της αρχικά στην ΟΝΝΕΔ και μετά την προσωπική της γνωριμία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Η θητεία της από το 1984 έως το 1990, ως Ευρωβουλευτής, είναι γεμάτη δράσεις για τις γυναίκες, για την υγεία, για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, για τα πολιτικά δικαιώματα σε ασθενέστερες χώρες του πλανήτη. Είναι ιδιαίτερος ο τρόπος που αντιμετώπιζε τα πιστεύω της, γιατί ενώ ήταν πολιτικός σε μία περίοδο πόλωσης μεταξύ των κομμάτων στην Ελλάδα, όλοι οι πολιτικοί της αντίπαλοι την σέβονταν και δεν την υποτιμούσαν ποτέ. Άκουγαν το σκεπτικό της και τις προτάσεις της. Πάντα πρακτικές.

Όπως εκείνη έλεγε σε μία συνέντευξή της στο περιοδικό Down Town και στον Γιάννη Χατζηγεωργίου: «Στην πολιτική, σημασία έχει πώς θα ασκήσεις το λειτούργημα και όχι οι φιλίες· οι φιλίες και οι παρέες δεν έχουν δουλειά στην πολιτική. Εγώ δεν είχα ποτέ φιλίες και παρέες στην πολιτική. Έχω τους φίλους μου, που είναι φίλοι μου εδώ και χρόνια οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση με την πολιτική. Την πολιτική δεν την έβλεπα ως χώρο παρέας και φιλίας, αλλά ως χώρο άσκησης πολιτικής υπέρ της χώρας και του λαού. Επομένως, δεν άλλαξα τη γνώμη που είχα για κάποιους. Όποια γνώμη είχα για κάποιους ανθρώπους, την ίδια έχω και τώρα, μην αμφιβάλλετε καθόλου γι’ αυτό. Αυτό που άλλαξε σ’ εμένα είναι ότι δεν έπρεπε να βάλω σε δεύτερη προτεραιότητα τον εαυτό μου, έπρεπε να τον είχα σε πρώτη προτεραιότητα. Αυτό ήταν λάθος». Η στιγμή που δίνει την συνέντευξη είναι λίγο μετά τον ακρωτηριασμό του ποδιού της το 2008, συνέπεια του διαβήτη που της είχε δημιουργήσει αρκετά προβλήματα από μικρή ηλικία.

Η περίοδος που εκτός από Υπουργός Υγείας, υπήρξε και Υπουργός Παιδείας, χαρακτηρίστηκε από μεγάλες μεταρρυθμίσεις που επιχείρησε στο εκπαιδευτικό σύστημα, για τις οποίες δεν δίστασε να συγκρουστεί. Το νομοσχέδιο άλλαξε πολλά πράγματα στην λειτουργία των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων, αλλά ξεσήκωσε αντιδράσεις στο σημείο που προέβλεπε και την ίδρυση μη κρατικών Ιδρυμάτων στην εκπαίδευση. Παρόλο που σε όλη την πολιτική της διαδρομή όλες οι κινήσεις της υπήρξαν προσεκτικές και κοινά αποδεκτές, αυτό το νομοσχέδιο έφερε μεγάλες συγκρούσεις, καταλήψεις και κινητοποιήσεις, που της στοίχισαν στη συνέχεια την βουλευτική της έδρα, καθώς δεν κατόρθωσε να βγεί βουλευτής στις επόμενες εκλογές. Επέστρεψε όμως στο Ευρωκοινοβούλιο κάνοντας ένα πραγματικά απίστευτο έργο σε όλους τους τομείς. Ο γάμος της με τον Παναγιώτη Κουτσίκο και η απόκτηση της κόρης τους, ήρθε ως μία φυσική συνέχεια στη ζωή της, παρά το διαζύγιο τους: «Ναι, ήταν στη σκέψη μου ο γάμος, αλλά δεν είχα ποτέ την άποψη ότι πρέπει να παντρευτείς οπωσδήποτε, ή να ψάχνεις να παντρευτείς. Δεν ήμουν τέτοιος τύπος. Απλώς προέκυψε στην πορεία».

Η κόρη της Ζωή - Ηλέκτρα η οποία ασχολήθηκε με την εκπαίδευση, ήταν η μεγάλη της έννοια ακόμη και όταν αντιμετώπισε πολλαπλά προβλήματα υγείας. Τα οποία πάντα ήταν παράλληλα με τις εκατοντάδες δραστηριότητές της στην πολιτική. Και όταν ο δημοσιογράφος του Down Town της τονίζει ότι έχει γίνει υπόδειγμα θάρρους και αξιοπρέπειας, εκείνη απαντά αφοπλιστικά: «Πάντοτε πρέπει να υπάρχει η προσπάθεια. Ιδιαίτερα για τα πρόσωπα που είναι δημόσια, δύο είναι τα πράγματα που έχουν σημασία: Πρώτον, να πούνε την αλήθεια γύρω από το τι συμβαίνει, και εγώ αυτό έκανα από την πρώτη στιγμή, είπαμε με τους γιατρούς όλη την αλήθεια χωρίς εξωραϊσμούς, και δεύτερον να δείξει κανείς ότι κοιτάει μπροστά, ότι δεν κάνει πίσω. Χθες είδα στον ύπνο μου ότι ανέβαινα σε ένα βράχο και αναρωτήθηκα «μα πως τα κατάφερα εγώ, ενώ το ένα μου πόδι είναι έτσι όπως είναι;». Αυτό δείχνει τη διάθεσή μου να προχωρήσουν καλά τα πράγματα».

Ένα ατύχημα που είχε με το αναπηρικό της αμαξίδιο πριν από δύο εβδομάδες, της δημιούργησε ένα αιμάτωμα το οποίο τελικά υπήρξε μοιραίο για τη ζωή της. Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, μίλησε με λόγια συγκίνησης για την βουλευτή Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, τελευταία θέση με την οποία υπερασπίστηκε τις πολιτικές της αξίες. Και όσοι την αποχαιρετούν δημόσια, πάντα έχουν μία αναφορά στο ιδιαίτερο χιούμορ της και τον έξω καρδιά χαρακτήρα της.

Μαριωρή (Μαριέττα) Γιαννάκου (Γεράκι Λακωνίας, 6 Ιουνίου 1951 - Αθήνα, 27 Φεβρουαρίου 2022) ήταν Ελληνίδα νευρολόγος-ψυχίατρος, πολιτικός, βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, πρώην υπουργός Παιδείας, πρώην υπουργός Υγείας και πρώην ευρωβουλευτής της ΝΔ (Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα).

https://www.queen.gr/

Πορτραίτα

Η ψυχίατρος Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004) γεννημένη στην Ελβετία, ήταν αυτή που αποφάσισε να συνοδεύσει τον ετοιμοθάνατο ασθενή στα τελευταία του στάδια, βοηθώντας τον να αποδεχτεί το οριστικό του τέλος, έμελλε να καθελκύσει στον ψυχολογικό στίβο ένα μοντέλο για τη διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων του πένθους, αλλάζοντας δραστικά το τρόπο που έβλεπε τόσο η επιστημονική κοινότητα όσο και η κοινωνία τον θάνατο.

Ο άνθρωπος που πεθαίνει πενθεί για τη ζωή του, προσπαθώντας να κρατηθεί με νύχια και με δόντια απ’ ό,τι μπορεί να βρει, αγωνιώντας και αγκομαχώντας. Η Κιούμπλερ-Ρος έβαλε σκοπό να το αλλάξει αυτό, ανακουφίζοντας την υπαρξιακή αγωνία και φέρνοντας τον ασθενή σε κατάσταση αποδοχής.

Το μνημειώδες βιβλίο της του 1969 «On Death and Dying» θα δονούσε συθέμελα τα οικοδομήματα της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας, ρίχνοντας το βάρος σε έναν τομέα που φαινόταν να έχει αγνοηθεί καθοριστικά: την πορεία μέχρι τον θάνατο.

Το περίφημο μοντέλο της των 5 σταδίων από τα οποία διέρχεται ο ψυχισμός του ετοιμοθάνατου (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή) θα γινόταν έκτοτε σταθερή αναφορά των επαγγελματιών της Υγείας στην προσπάθειά τους να να προσεγγίσουν το πένθος, τη θλίψη, την απώλεια, την τραγωδία και την τραυματική εμπειρία.

Στη διάρκεια της καριέρας της, η Κιούμπλερ-Ρος έγραψε περισσότερα από 20 δοκίμια για τον θάνατο και τον τρόπο διαπραγμάτευσής του, φωτίζοντας μια πτυχή της ιατρικής και ψυχολογικής πειθαρχίας που παρέμενε εν πολλοίς στο περιθώριο. Η ίδια ταξίδεψε ακούραστα στα πέρατα του κόσμου, μεταφέροντας το μήνυμα της ανακουφιστικής φροντίδας σε ασθενείς τελικού σταδίου, μέσω σεμιναρίων και workshop.

Oνομάστηκε από το Time (περιοδικό) ως ένας από τους “100 σημαντικότερους στοχαστές” του 20ου αιώνα

Με τα χρήματα που αποκόμισε από τα βιβλία και τα σεμινάριά της, χρηματοδότησε την ανέγερση του Shanti Nilaya, του εκπαιδευτικού κέντρου που ίδρυσε στην Καλιφόρνια το 1977. Την ίδια εποχή, ιδρύει το περίφημο Elisabeth Kübler-Ross Center, το οποίο στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα μετεγκατασταθεί στο κτήμα της στη Βιρτζίνια.

Η σημαντικότερη συμβολή της είναι βέβαια η ανάπτυξη ενός νέου μοντέλου περίθαλψης ασθενών, του hospice: πρόκειται για ξενώνες φροντίδας ασθενών τελικού σταδίου, με το βάρος να ρίχνεται στην ψυχολογική στήριξη και την προσπάθεια αποδοχής εκ μέρους του ετοιμοθάνατου του οριστικού του τέλους.

Η Κιούμπλερ-Ρος θα είναι μάλιστα από τους πρώτους που θα δουλέψουν εκτεταμένα με τους ασθενείς του AIDS κατά το πρώτο κύμα εκδήλωσης της επιδημίας. Προσπάθησε να λειτουργήσει ακόμα και hospice για τη φροντίδα των ασθενών του ΗIV, συνάντησε ωστόσο δριμεία αντίθεση από το στίγμα που ενείχε η νόσος…

Η Kübler-Ross υπέστη μια σειρά από εγκεφαλικά επεισόδια το 1995 που την άφησαν μερικώς παράλυτη στην αριστερή της πλευρά, εν τω μεταξύ το “The Healing Waters Farm” και το Elisabeth Kübler-Ross Center έκλεισαν. Βρέθηκε να ζει σε αναπηρική καρέκλα, περιμένοντας αργά να έρθει ο θάνατος, και ήθελε να είναι σε θέση να καθορίσει την ώρα του θανάτου της. Το 1997, η Oprah πέταξε στην Αριζόνα για να της πάρει συνέντευξη και να συζητήσει με την Elisabeth αν η ίδια περνούσε από τα πέντε στάδια της θλίψης. Επιπλέον, σε μια συνέντευξη του 2002 , δήλωσε ότι ήταν έτοιμη για θάνατο και μάλιστα την καλωσόρισε, αποκαλώντας τον Θεό «καταδικασμένο αναβλητή». Η Ελισάβετ πέθανε το 2004 σε γηροκομείο στο Scottsdale της Αριζόνα, παρουσία του γιου της, της κόρης της και δύο οικογενειακών φίλων.http://anthologion.gr/

Πορτραίτα

Ο ρόλος των γυναικών αρχιτεκτόνων πίσω από τα μεγάλα δημόσια έργα και τον αστικό σχεδιασμό, δεν είναι πλέον αφανής.
Έφη Πάλλη

Το Ψηφιακό Αρχείο Ελληνίδων Αρχιτεκτόνων 1923-1981 αναδεικνύει τη συμβολή των γυναικών στη διαμόρφωση του τοπίου της Αθήνας.
Οκατάλογος των γυναικών αρχιτεκτόνων που ανέλαβαν μεγάλα έργα στην Αθήνα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ακόμα περισσότερο μετά τη Μεταπολίτευση, μεγαλώνει. Γιατί μεγαλώνει τώρα; Διότι τώρα, μέσα από την πρωτοβουλία του Τμήματος Αττικής του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών (ΣΑΔΑΣ), συγκροτήθηκε και δημοσιοποιείται το «Ψηφιακό Αρχείο Ελληνίδων Αρχιτεκτόνων» 1923-1981.

Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι εντυπωσιακά. Το 1923 είναι η ημερομηνία ορόσημο καθώς τότε αποφοίτησε η πρώτη γυναίκα αρχιτέκτων και πρώτη γυναίκα μηχανικός του ΕΜΠ, η Ελένη Πατρικίου Κανελλοπούλου.

Σημειωτέον, η  Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου ιδρύθηκε το 1917. Την εποχή εκείνη η μέση εκπαίδευση στις γυναίκες ήταν το παρθεναγωγείο και η κυρίαρχη άποψη του κόσμου ότι τα γυναικεία μυαλά δεν “σηκώνουν” τις θετικές επιστήμες. 

Ελένη Πατρικίου Κανελλοπούλου, η πρώτη γυναίκα αρχιτέκτων και πρώτη γυναίκα μηχανικός του ΕΜΠ © Ψηφιακό Αρχείο Ελληνίδων Αρχιτεκτόνων

Ρίχνοντας μια ματιά στον κατάλογο και στη συστηματική και πολυεπίπεδη αποτύπωση των στοιχείων, το να έρθω σε επαφή με τις “αρχιτέκτονες” του εγχειρήματος ήταν μονόδρομος. Συναντήθηκα με την κα. Αντωνία Πάνου, αρχιτέκτων μηχανικό και συντονίστρια του Αρχείου σ’ ένα καφέ στο κέντρο. Διστακτικές απ’τα σημεία των καιρών και με τις διπλές μάσκες για πανοπλία, αψηφήσαμε το κρύο και το ψιλόβροχο και καθίσαμε στον εξωτερικό χώρο. Στο τηλέφωνο, η κα. Πάνου μου είχε πει "Θα με αναγνωρίσεις, είμαι καστανή και 70something” αλλά όσο συζητάω μαζί της και μου αναλύει την ιδέα και το όραμα γύρω από το Αρχείο επιβεβαιώνω ότι τα πραγματικά “νιάτα” δεν έχουν ηλικία. Όσο μου αναλύει τα αποτελέσματα της μελέτης, βρίσκω ότι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους "Όπως καταλήξαμε, από το 1923 έως το 1949, δηλαδή στη διάρκεια 26 χρόνων, αποφοίτησαν μόνο 26 γυναίκες αρχιτέκτονες. Αμέσως μετά, μέχρι και το 1955, έχουμε περί τις 40, μέχρι και το 1960 έχουμε 52, μέχρι και το 1965 πάνω από 170, και μετά έρχεται βέβαια η έκρηξη”. 

Είναι σαφές ότι το δύσκολο αυτό εγχείρημα, το οποίο έτυχε της θετικής αξιολόγησης και της αρωγής του ΥΠΠΟΑ, φέρνει στο φως τη μέχρι σήμερα άγνωστη συμβολή των γυναικών στον πολεοδομικό και περιφερειακό σχεδιασμό, στα κοινωνικά προγράμματα ανοικοδόμησης, στα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια και σε πολλούς άλλους τομείς του δομημένου χώρου “Οι γυναίκες σήκωσαν το βάρος του Δημόσιου Τομέα τότε που ήταν παραγωγικός. Ήταν γυναίκες πίσω από τη διαμόρφωση του βασικού ελεύθερου χώρου στην Αθήνα και αργότερα στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70, ήταν επίσης γυναίκες αρχιτέκτονες οι οποίες εργάζονταν στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων, στα έργα του ΕΟΤ όπως για παράδειγμα τα θρυλικά ¨ΞΕΝΙΑ¨”, αναφέρει η κα. Πάνου. Αναρωτιέμαι γιατί μέχρι σήμερα δεν γνωρίζαμε για τον ρόλο όλων αυτών των γυναικών και η απάντηση βγαίνει αβίαστα “Εδώ βλέπεις εν έτη 2022 ότι η γυναίκες παλεύουν ακόμα για τα βασικά τους δικαιώματα, σκέψου πώς αντιμετωπίζονταν μια γυναίκα εκείνα τα χρόνια μέσα στην οικοδομή. Τροφοδοτούσαν μια μόνιμη εσωτερική αμφιβολία και μας προόριζαν για τους δεύτερους ρόλους”. 

Μέσα από αυτο το έργο, όπου κάθε πληροφορία και καταχώρηση κρύβει από πίσω εκατοντάδες ώρες έρευνας και διασταύρωσης στοιχείων, αποκαλύφθηκαν επίσης γυναίκες αρχιτέκτονες που ήταν δίπλα σε λαμπρά ονόματα της αρχιτεκτονικής όπως ο Άλβαρ Άαλτο αλλά και ζευγάρια αρχιτεκτόνων όπου συνήθως την φήμη απολάμβαναν οι άνδρες “Το Αρχείο είναι μια αναγνώριση σε αυτές τις γυναίκες, μια δικαίωση και ένα εφαλτήριο για τις νέες αρχιτέκτονες οι οποίες δια της Ιστορίας παίρνουν κουράγιο και πιστεύουν στους εαυτούς τους” εξηγεί η κα. Πάνου και προσθέτει “Θα ήθελα τα νέα κορίτσια να βγουν στην αγορά και να πουν “Θα τα καταφέρω!”.


Στόχος του Αρχείου δεν είναι μόνο η καταγραφή του άγνωστου έργου των Ελληνίδων αρχιτεκτόνων, αλλά και η ανάδειξη της προσωπικότητάς τους, ο αγώνας τους να συνδυάσουν πολλαπλούς ρόλους ως σύζυγοι και μητέρες, ο υψηλού επιπέδου επαγγελματισμός τους και, σε αρκετές περιπτώσεις, η συμμετοχή τους στους κοινωνικούς αγώνες. “Το Αρχείο είναι δυναμικό καθώς διαρκώς θα συμπληρώνεται και θα εμπλουτίζεται. Με νέα στοιχεία στις υπάρχουσες αναρτήσεις, με καινούργιες αναρτήσεις για συναδέλφισσες που δεν έχουν ακόμα περιληφθεί και εφόσον το επιθυμούν, καθώς και με τη συμπερίληψη γυναικών αρχιτεκτόνων των νεότερων γενιών”, καταλήγει η κα. Πάνου. 

Το Αρχείο συγκροτήθηκε χάρη στην εθελοντική εργασία αρκετών μελών της επιστημονικής επιτροπής του Τμήματος Αττικής του ΣΑΔΑΣ. Η διαδικασία συγκρότησής του ξεκίνησε τον Μάιο του 2020 και συνεχίζεται μέσα από τις προσπάθειες της Προέδρου του ΣΑΔΑΣ κας Τζούλιας Τσακίρη, της γ.γ. κας Ουρανίας Οικονόμου ενώ η κα. Ελένη Φέσσα Εμμανουήλ έχει την επιστημονική επιμέλεια. 

Μετά από αυτή τη συνάντηση επέστρεψα στο Ψηφιακό Αρχείο για δεύτερη φορά και ξεκίνησα να διαβάσω τις βιογραφίες και αυτοβιογραφίες των γυναικών αρχιτεκτόνων. Ένιωσα περήφανη για όλες αυτές τις γυναίκες, η συμβολή των οποίων στη μεταπολεμική αρχιτεκτονική παραγωγή, στον εκσυγχρονισμό της αρχιτεκτονικής σκέψης και τέλος στο ελεύθερο επάγγελμα, δεν μένει πλέον στην αφάνεια.

https://www.athensvoice.gr/

Πορτραίτα

Johannes Vermeer: H Google τιμά με doodle τον σπουδαίο Ολλανδό ζωγράφο
389 χρόνια από τη γέννηση του Γιοχάνες Βερμέερ

Ο Ολλανδός ζωγράφος Johannes Vermeer (Γιοχάνες Βερμέερ), που ειδικευόταν στην απεικόνιση καθημερινών σκηνών από τη ζωή της μεσαίας τάξης, έχει σήμερα την τιμητική του, αφού η Google του αφιερώνει το σημερινό της doodle, με αφορμή τη συμπλήρωση 389 χρόνων από τη γέννησή του.


Ο Vermeer γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1632 και πέθανε στις 15 Δεκεμβρίου 1675. Έζησε και εργάστηκε στην περιοχή του Ντελφτ της Νότιας Ολλανδίας κατά τον 17ο αιώνα.

Μαζί με τον Ρέμπραντ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ζωγράφους της «Χρυσής εποχής» στην ολλανδική ζωγραφική (1584-1702).

Πολύ λίγες πληροφορίες είναι γνωστές για τη ζωή του Vermeer και οι περισσότερες από αυτές προέρχονται από επίσημα νομικά έγγραφα της εποχής.

Στις 20 Απριλίου 1653, νυμφεύτηκε την Catharina Bolnes, κόρη εύπορης οικογένειας. Απέκτησαν συνολικά 14 παιδιά, από τα οποία τα 4 πέθαναν σε πολύ νεαρή ηλικία.

Johannes Vermeer
Ο ίδιος o Vermeer ζωγράφιζε κατά μέσο όρο δύο πίνακες το χρόνο, πιθανότατα όχι τόσο για λόγους εμπορικής εκμετάλλευσης αλλά κυρίως για ανθρώπους που εκτιμούσαν τους πίνακές του. Εκτιμάται ότι αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους ολοκλήρωσε συνολικά λίγα έργα.

Ο Ολλανδός ζωγράφος έχαιρε εκτίμησης ως καλλιτέχνης αλλά και ως ειδήμων σε ζητήματα τέχνης. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως το 1672 ταξίδεψε στη Χάγη, προκειμένου να πιστοποιήσει τη γνησιότητα μίας συλλογής έργων του Φρειδερίκου Γουλιέλμου, εκλέκτορα του Βρανδεμβούργου.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του περιήλθε σε δεινή οικονομική κατάσταση, εξαιτίας του πολέμου που ξέσπασε μεταξύ Ολλανδίας και Γαλλίας το 1672. Καθώς δεν μπορούσε να συντηρήσει την πολυμελή οικογένειά του έπεσε σε κατάθλιψη και η σωματική του υγεία επιδεινώθηκε. Πέθανε το 1675 και λέγεται πως ετάφη στις 15 Δεκεμβρίου, στον οικογενειακό τάφο της Παλαιάς Εκκλησίας του Ντελφτ.

Ο Vermeer διακρίθηκε κυρίως ως ζωγράφος ρωπογραφιών, καθημερινών ρεαλιστικών σκηνών και ηθογραφιών. Κατά το μεγαλύτερο ποσοστό οι πίνακες του προσαρμόζονται στην κυρίαρχη τάση της ολλανδικής ηθογραφικής ζωγραφικής, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να καταδικάζονται η αμαρτία και τα ανθρώπινα πάθη, με απώτερο στόχο τη διαπαιδαγώγηση και την ανάδειξη της «ενάρετης» ζωής.

Στην πλειονότητά τους, τα ηθογραφικά έργα του επιδιώκουν να διακωμωδήσουν τις αποκλίνουσες συμπεριφορές, ενώ ελάχιστα από αυτά παρουσιάζουν ένα πρότυπο προς μίμηση, όπως ο πίνακας Η Γαλατού (περ. 1658), ένας από τους διασημότερους πίνακες του, ο οποίος απεικονίζει μία υπηρέτρια να εκτελεί επιμελώς τα καθήκοντά της.

Αν και το έργο του επαινέθηκε στη διάρκεια της ζωής του και κατά τον 18ο αιώνα, στη συνέχεια περιέπεσε στη λήθη. Η επανεκτίμηση του έργου του σχετίζεται με την εμφάνιση του κινήματος του ιμπρεσιονισμού.

Το 1866 ο Γάλλος πολιτικός και κριτικός Theophile Bürger-Thoré (1806-1869), ο οποίος ενδιαφερόταν έντονα για την ολλανδική ζωγραφική του 17ου αιώνα, παρουσίασε ένα δοκίμιο στο οποίο συνδύασε τη θεωρία των ιμπρεσιονιστών για το χρώμα ως συνάρτηση του φωτός με την αρμονία των χρωμάτων στους πίνακες του Vermeer, προσφέροντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύτερο πεδίο πρόσληψης και εκτίμησης του έργου του.

Πορτραίτα

Μυστικιστής, φιλόσοφος, πνευματικός δάσκαλος, συγγραφέας, μουσικοσυνθέτης, ταξιδευτής, υπήρξε πνεύμα χαρισματικό που επηρέασε κόσμο. Εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του (29/10/1949) πολλά ερωτήματα γι' αυτό τον «γητευτή ψυχών» παραμένουν άλυτα.
Θοδωρής Αντωνόπουλος

Οι πληροφορίες για τον ίδιο και τη δράση του, ιδίως στα νεανικά του χρόνια, κινούνται μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, όπως και τα περιώνυμα συγγράμματά του. Το σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ με το ευθυτενές παράστημα, το έντονο, διεισδυτικό βλέμμα και το χαρακτηριστικό ανατολίτικο παχύ μουστάκι έζησε συναρπαστικά κι εξελίχθηκε σε περιζήτητο πνευματικό δάσκαλο προτού αυτό γίνει «συρμός» στη Δύση, προτείνοντας ένα δικό του συγκριτιστικό σύστημα συνειδητότητας και αυτοβελτίωσης που αποσκοπούσε στη γνώση και την πνευματική ανύψωση εντός, όμως, του υφιστάμενου υλικού κόσμου, τον οποίον καθόλου δεν «σνόμπαρε».

Επηρέασε πολλούς επώνυμους κι έγινε cult μορφή, από τη δεκαετία του '60 και μετά ειδικά, με τις διδασκαλίες του να παραμένουν ζωντανές μέσα από το έργο των ακολούθων και των μελετητών του. Παρά τη φήμη και τις ελληνοποντιακές του ρίζες, δεν τιμήθηκε ποτέ επίσημα από την Πολιτεία ή την ποντιακή κοινότητα, ακριβώς εξαιτίας της αμφιλεγόμενης περσόνας του – η Εκκλησία άλλωστε τον έχει χαρακτηρίσει «αιρετικό τσαρλατάνο», άσχετα που η εξόδιος ακολουθία του τελέστηκε σε χριστιανικό ναό (τον ρωσικό καθεδρικό του αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στο Παρίσι).

Ο προσωπικός γιατρός του είπε ότι «πέθανε σαν βασιλιάς». Βρισκόταν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και τα θρυλούμενα ως τελευταία του λόγια ήταν: «Σας αφήνω όλους σε ένα υπέροχο χάος!».

Γεννημένος στο Γκιούμρι της Αρμενίας κάπου μεταξύ 1866-77 από μητέρα Αρμένισσα και πατέρα Πόντιο, ξυλουργό το επάγγελμα κι ερασιτέχνη τραγουδοποιό, μεγάλωσε στο Καρς της Τουρκίας που είχε τότε προσαρτήσει η τσαρική Ρωσία. Σπούδασε στο ρωσικό κολέγιο της πόλης και τον προόριζαν για στρατιωτικό γιατρό ή ιερωμένο, όμως η ρουτίνα και ο κομφορμισμός των καθημερινών ανθρώπων της εποχής του δεν ήταν γι΄αυτόν. Έχοντας ζήσει σε πολυπολιτισμικό περιβάλλον, πνεύμα φύσει ανήσυχο, περιπετειώδες και πολυμήχανο, τα παράτησε όλα ξεκινώντας ένα μακροχρόνιο «ταξίδι αναζήτησης» αλλά και συλλογής γνώσεων, ιδεών κι εμπειριών σε Καύκασο, Κεντρική Ασία, Μέση Ανατολή, Θιβέτ πιθανόν, Ιταλία, Ελλάδα και άλλα μέρη, επιδιδόμενος κυρίως στο εμπόριο (σκεύη, κιλίμια, χαλιά κ.ά.) για τα προς το ζην. Έμαθε να συνεννοείται σε καμπόσες γλώσσες, φημολογείται δε ότι χρημάτισε μέχρι μυστικός πράκτορας.

Επιστρέφοντας στη Ρωσία το 1912, παραμονές του Α' Παγκόσμιου, παντρεύεται τη Γιούλια Οστρόφσκα που θα χάσει το 1926 από καρκίνο. Ταυτόχρονα ξεκινά την ιδιόμορφη πνευματική διδασκαλία του στη Μόσχα. Εκεί γνωρίζεται με τον μαθηματικό και φιλόσοφο Πίτερ Ουσπένσκι που τον βοηθά να συστηματοποιήσει και να διδάξει το πολύπλοκο, δαιδαλώδες αλλά στη βάση του κατανοητό και εύληπτο, κατά τον ίδιο, σύστημά του στην Αγία Πετρούπολη, όπου ήδη έχει δημιουργηθεί ένας δεύτερος κύκλος μαθητών.

Το σύστημα αυτό που φιλοδοξούσε να συνενώσει και να υπερβεί τις ασκητικές μεθόδους του μοναχού, του φακίρη και του γιόγκι ονομάστηκε «Τέταρτος Δρόμος» κι εκδόθηκε σε βιβλίο από τον Ουσπένσκι ο οποίος διαφωνώντας αργότερα με τον μέντορά του ιδρύει δική του σχολή όπως έκαναν κι άλλοι πρώην μαθητές του Αρμενοπόντιου γητευτή ψυχών, που άλλοι θεωρούν φωτισμένη μορφή και στοχαστή σπουδαίο, άλλοι πάλι έναν ευφυή μπαγαμπόντη. Γεγονός είναι ότι μαγνήτισε αρκετούς επιφανείς συγχρόνους του, ανάμεσά τους ο γλύπτης εξάδελφός του Σεργκέι Μερκούροφ που αργότερα ασπάστηκε τον κομμουνισμό, ο Άγγλος συγγραφέας Τζον Μπένετ, ο Σκωτσέζος ψυχίατρος Μορίς Νικόλ, ο συνθέτης και μαέστρος Τόμας Ντε Χάρτμαν. Οι τρεις τελευταίοι έγραψαν κιόλας ολόκληρα πονήματα για εκείνον, όπως και άλλοι μαθητές του.

Το ενδιαφέρον για τον Γκουρτζίεφ ανανεώθηκε τη δεκαετία του '60 όταν πολλοί είδαν στο πρόσωπό του έναν πρώιμο «traveler», έναν σπουδαίο μυστικιστή που όμως έμοιαζε ταυτόχρονα γήινος, οικείος, μοντέρνος. Μεταξύ των θαυμαστών του οι Τίμοθι Λίρι, Άλαν Γουότς, Κόλιν Γουϊλσον, Ρόμπερτ Φριπ, Κιθ Τζάρετ, Φρανκ Λόιντ Ράιτ. Μέχρι ο γνωστός Ινδός γκουρού Όσο Ραζνίς φαίνεται πως είχε επηρεαστεί από εκείνον, παρότι έβρισκε «ατελές» το σύστημά του. Το 1963 εκδίδεται στα αγγλικά το μάλλον σπουδαιότερο και από λογοτεχνικής πλευράς έργο του «Συναντήσεις με Αξιοσημείωτους Ανθρώπους» το οποίο έκανε ταινία ένας άλλος μεγάλος λάτρης του, ο Πίτερ Μπρουκ με πρωταγωνιστές τους Ντράγκαν Μαξίμοβιτς και Τέρενς Σταμπ (1979). Γυρίστηκαν και ντοκιμαντέρ γι΄αυτόν ενώ οι Monty Pythons τον μνημόνευσαν με μια σατιρική –τι άλλο!– αναφορά στο «Νόημα της Ζωής».

Οι «Συναντήσεις με αξιοσημείωτους ανθρώπους» είναι ουσιαστικά ένα «βιβλίο δρόμου» πιο ευφάνταστο και καθηλωτικό από το «On the Road» του Τζακ Κέρουακ, το οποίο κυκλοφόρησε δεκαετίες αργότερα. Είναι το δεύτερο μέρος της τριλογίας «Όλα και τα Πάντα» η οποία περιλαμβάνει επίσης τις «Ιστορίες του Βελζεβούλ στον εγγονό του», μια σωστή κοσμολογική εποποιία, καθώς επίσης το ανολοκλήρωτο «Η ζωή είναι πραγματική μόνο όταν "είμαι"», με κύριο θέμα την αυτοβελτίωση και τις μεθόδους της. Σε αυτήν συνοψίζει όλη του τη φιλοσοφία, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Δύσκολο να πει κανείς ποια από αυτά είναι ρεαλιστικά και ποια κινούνται στη σφαίρα του θρύλου, κάτι που άλλωστε συμβαίνει γενικότερα με τις ιστορίες, τα πρόσωπα και τα περιστατικά που αναφέρει – ήταν κιόλας γνωστή η αγάπη του για τις αλληγορίες και τις παραβολές, του άρεσε δε να περιβάλλεται από μυστήριο. Έγραψε ακόμα τον «Προάγγελο του επερχόμενου καλού» ενώ το «Ο Γκουρτζίεφ μιλά στους μαθητές του» είναι μάλλον σημειώσεις τρίτων από διαλέξεις του, πρακτική που ο ίδιος αποθάρρυνε. Οπαδοί του κυκλοφόρησαν αργότερα και άλλα βιβλία με λόγους και διαλέξεις του ενώ στο YouTube κυκλοφορούν πλέον αρκετά βίντεο με διδασκαλίες, χορογραφίες και μουσικές του όπως κι ένα σπάνιο ντοκουμέντο όπου τον καταγράφει ζωντανά κινηματογραφική κάμερα σε δρόμους του Παρισιού.


Η Οκτωβριανή Επανάσταση του '17 που ως γνωστό δεν πολυσυμπαθούσε πνευματισμούς και θρησκείες υποχρεώνει τον Γκουρτζίεφ να ξενιτευτεί ξανά. Σταθμεύει για λίγο σε Καύκασο και Κωνσταντινούπολη ώσπου μετά από πολλές περιπέτειες και ταλαιπωρίες καταλήγει το 1922 μαζί με λίγους ακολούθους του στη Γαλλία. Επανιδρύει σε έναν πύργο στο Αβόν το Ινστιτούτο για την Αρμονική Ανάπτυξη του Ανθρώπου που είχε εγκαινιάσει στην Τιφλίδα το 1919, μια σχολή αυτοβελτίωσης με κοινοβιακό πνεύμα. Η δημόσια εικόνα του παραλίγο να αμαυρωθεί όταν η ακόλουθός του Νεοζηλανδή συγγραφέας Κάθριν Μάνσφιλντ πέθανε εκεί την επόμενη χρονιά, ούσα εντούτοις ήδη βαριά άρρωστη από εξωπνευμονική φυματίωση. Το 1924 κι αφού διασώζεται παρά τρίχα από τροχαίο, ξεκινά να γράφει τα κυριότερα βιβλία του. Αναρρώνοντας αρχίζει να πηγαινοέρχεται στις ΗΠΑ προς διάδοση της διδασκαλίας του και αναζήτηση πόρων για τη συντήρηση του Ινστιτούτου. Παρουσιαζόμενος και ως πρακτικός θεραπευτής, προσεγγίζει διάφορους επώνυμους και αποσπά ως υποστήριξη ικανά χρηματικά ποσά που όμως δεν αποτρέπουν το «λουκέτο». Αποκτά ωστόσο «δίκτυο» και στην Αμερική σε μια εποχή που υπήρχε αυξημένο ενδιαφέρον για τις πνευματικές αναζητήσεις.

Ο Β' Παγκόσμιος τον βρίσκει στο Παρίσι όπου συνεχίζει να διδάσκει, αν και πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο και στον ίδιο από την εποχή του Αβόν. Από καιρό πλέον έκανε λένε περισσότερο «την πλάκα του», μετατρέποντας τις συνεδρίες σε γλέντια με φαγοπότι από όπου δεν έλειπαν οι αθυροστομίες και το επίμονο φλερτ με το άλλο φύλο. Κατ' άλλους, πάλι, απλώς κατέδειχνε το πραγματικό νόημα της ζωής! Αλλού έχει γραφτεί ότι ήταν χειριστικός και ενίοτε αυθάδης, ότι στα τελευταία συνήθιζε να προσβάλει επίτηδες δημόσια τους συνομιλητές του, επονόμαζε δε τα συμπόσια που παρέθετε σε ακολούθους «γεύματα ηλιθίων». Όντας ωστόσο σε σχετικά καλή οικονομική κατάσταση, φέρεται να βοήθησε στερημένους γειτόνους του στην Κατοχή.

Μετά την απελευθέρωση επανενώνεται με τους ανά τον κόσμο μαθητές του, τα ξαναβρίσκει με τον Ουσπένκσι, επιβιώνει μάλιστα κι από δεύτερο σοβαρό τροχαίο το 1948 για να καταλήξει στις 29/10 του επόμενου έτος σε παρισινό νοσοκομείο, έχοντας ήδη επιβαρυμένη υγεία. Ο προσωπικός γιατρός του είπε ότι «πέθανε σαν βασιλιάς». Βρισκόταν στην έβδομη δεκαετία της ζωής του και τα θρυλούμενα ως τελευταία του λόγια ήταν: «Σας αφήνω όλους σε ένα υπέροχο χάος!».

Η κοσμοθεωρία του εμπεριέχει στοιχεία από νεοπλατωνικούς, γνωστικούς, χριστιανισμό, βουδισμό, ζωροαστρισμό, ινδουισμό και Ισλάμ, ιδιαίτερα από τη διδασκαλία των σούφι μυστικών. Είχε επίσης επιρροές από τους θεοσοφιστές – είχε πιθανότατα συναντήσει τη Ρωσίδα «ηγερία» τους Έλενα Μπλαβάτσκι. Οι επιστήμες δεν τον άφηναν αδιάφορο, επιδίωκε μάλιστα να προσδώσει επιστημονική βαρύτητα στις μεθόδους του. Πρέσβευε έναν πνευματικό, τρόπον τινά, υλισμό. Πολλοί ακόλουθοί του είδαν στην περί πολλαπλών πραγματικοτήτων αντίληψή του πολλά κοινά με την κβαντική θεωρία και τους γενικούς νόμους των φυσικών συστημάτων, πιστεύουν δε ότι η μυστικιστική (πιθανόν αλχημιστική) θεωρία του εννεαγράμματος που διατύπωνε σε καινούργιο πλαίσιο –μια κατηγοριοποίηση της προσωπικότητας βάσει μαθηματικών τύπων– έχει αποτελεσματικές εφαρμογές στην ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία, απαντάται μάλιστα και σαν εκλαϊκευμένο ψυχολογικό τεστ.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που φιλοσοφικές η θρησκευτικές πεποιθήσεις φαίνονται να συγγενεύουν με επιστημονικές παρατηρήσεις και διαπιστώσεις, εντούτοις ο εκάστοτε βαθμός συσχέτισής τους οφείλει να ακολουθεί ορισμένα κριτήρια. Ο ίδιος ο Γκουρτζίεφ απέφευγε να μνημονεύει τις πηγές του, ισχυριζόταν μόνο ότι διδάχθηκε πολλά από την Αδελφότητα Σαρμούνγκ, μια προφανώς επινοημένη κοινότητα εσωτεριστών σούφι-φυλάκων της πανανθρώπινης γνώσης με αρχαίες καταβολές που διαβιεί σε κρυφά, απομονωμένα ησυχαστήρια στην Κεντρική Ασία.

Πυρήνα της διδασκαλίας του αποτελεί η θέση ότι κάθε άνθρωπος βλέπει την πραγματικότητα στην οποία ζει υποκειμενικά, αδυνατώντας να συλλάβει το όλο. Βρίσκεται διαρκώς σε μια ονειρική κατάσταση «ύπνου-αφύπνισης». Μόνο με τη σωστή καθοδήγηση μπορεί να δει καθαρά, να αντιληφθεί το επιστητό στην πληρότητά του, να αποκτήσει αυτεπίγνωση και μαζί συνείδηση συμπαντική. Παρότι, λέει, η ύπαρξη καθενός μας συναποτελείται από το συναισθηματικό, το φυσικό και το νοητικό στοιχείο, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τα ιεροδιδασκαλεία εστιάζουν συνήθως σε ένα μόνο από αυτά. Αποστρέφεται τον συμβατικό, μηχανικό τρόπο ζωής και την αποσπασματικότητα που επιβάλλει στην αυθεντική εμπειρία και την πραγματική γνώση, παρεμποδίζοντάς τις. Εκτιμά τον αναχωρητισμό, διαφωνεί όμως με την κοινωνική απομόνωση που αυτός προϋπέθετε. Αντιπροτείνει ότι ο άνθρωπος μπορεί μέσα από την καθημερινή ζωή κι από τις συνθήκες που κάθε φορά αντιμετωπίζει να προσεγγίσει την ανώτερη δύναμη μέσα του. Βασικά εργαλεία η διαρκής αυτοπαρατήρηση, η αυτοενθύμιση, η «ενεργός προσοχή».

Γεώργιος Γκουρτζίεφ: βαθυστόχαστος, πρωτοπόρος διανοητής ή ταλαντούχος παραμυθάς;
«Το γέλιο μας απελευθερώνει από την πλεονάζουσα ενέργεια μέσα μας που διαφορετικά θα γινόταν αρνητική, δηλητηριώδης. Είναι το καλύτερο αντίδοτο».

Εκτός από τη δουλειά με τον εαυτό και τη μελέτη, εξέχοντα ρόλο στις διδαχές του είχαν ο διαλογισμός, η μουσική κι ο χορός ως ιεροτελεστία στα πρότυπα των δερβίσηδων. Έφτιαξε κι ο ίδιος μουσικά κομμάτια, συνεργάστηκε επίσης στενά με τον Ντε Χάρτμαν, διευθυντή της ορχήστρας των μπαλέτων της Αγίας Πετρούπολης και μαθητή του. Οι συνθέσεις τους εμπνέονται από τις παραδοσιακές λαϊκές μουσικές της Ανατολής, τη βυζαντινή, την αλεβίτικη και τη σούφικη παράδοση. Στα βήματα του Πυθαγόρα, διακήρυττε ότι μέσα από τις μουσικές δονήσεις μπορούν να μελετηθούν οι νόμοι του σύμπαντος. Εξήρε, επιπλέον, την παιδευτική σημασία του γέλιου.

Απέφυγε να υποδυθεί ρόλο μεσσιανικό και να διαμορφώσει τη διδασκαλία του σε αποκρυσταλλωμένο δόγμα. Πρόβαλλε περισσότερο ως «αρωγός εκπαιδευτής», καθώς έλεγε, στην πνευματική προσπάθεια κάποιου παρά σαν ένας παντογνώστης μύστης, αφήνοντας έτσι μεγαλύτερη ελευθερία σκέψης και κινήσεων στους ακολούθους του. Αν και θεωρούσε τα συναισθήματα φενάκη στον δρόμο της τελείωσης, δεν απαρνιόταν τις σαρκικές απολαύσεις – γερός πότης και καλοφαγάς, είχε, καθώς φαίνεται, και πλούσια ερωτική ζωή αφού του αποδίδονται επτά παιδιά από διαφορετικές μητέρες. Ούτε πάντως για τρανταχτά σκάνδαλα και προκλητική χλιδή υπάρχουν μαρτυρίες, ούτε για απόκτηση αμύθητης περιουσίας όπως συνέβη –και συμβαίνει– με άλλες «γκουρού» διασημότητες. Ομάδες, ιδρύματα και κέντρα μελέτης της ζωής και του έργου του –με πλέον γνωστό το Gurdjieff Foundation που εδρεύει στη Νέα Υόρκη– υπάρχουν σήμερα σε αρκετά μέρη του κόσμου, στην Ελλάδα επίσης, χωρίς να ακολουθούν απαραίτητα κοινή προσέγγιση.

 https://www.lifo.gr/

 

Πορτραίτα

Στη γυναίκα που θεωρείται η πρώτη Ευρωπαία επαγγελματίας λογοτέχνης είναι αφιερωμένο το σημερινό doodle της Google. Σήμερα θεωρείται μία από τις σημαντικότερες λόγιες του μεσαίωνα και μία από τις πιο αξιοσημείωτες φεμινίστριες όλων των εποχών. Το έργο της άνοιξε νέους ορίζοντες για τις γυναίκες που ήθελαν να διεκδικήσουν μία θέση στην λογοτεχνία, έδωσε φωνή στους υπέρμαχους της ίσης εκπαίδευσης αντρών και γυναικών και στιγμάτισε την κοινή μεσαιωνική πρακτική της συκοφάντησης των γυναικών στην λογοτεχνία

Την εποχή της ήταν πολύ γνωστή και είχε μεγάλη φήμη, ενώ την ώθηση για να γράψει της την έδωσε το γεγονός πως όταν χήρεψε χρειαζόταν χρήματα για να θρέψει τον εαυτό της και τα τρία παιδιά της.

Η Κριστίν ντε Πιζάν γεννήθηκε το 1364 στην Βενετία. Ήταν κόρη του Τομάσο ντι Μπενβενούτο ντα Πιζάνο που ήταν γιατρός, αστρολόγος και σύμβουλος του Καρόλου Ε΄ της Γαλλίας. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, η Κριστίν είχε την τύχη να μεγαλώσει μέσα σε ένα περιβάλλον με πολλά ερεθίσματα και με πρόσβαση στην γνώση, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για μία γυναίκα εκείνη την εποχή.

Παντρεύτηκε σε ηλικία 15 ετών κάποιον αξιωματούχο του παλατιού και έκανε τρία παιδιά, ένα από τα οποία πέθανε πολύ μικρό.

Το 1389, όμως, ο άντρας της πέθανε από πανώλη και η Κριστίν έμεινε χήρα σε ηλικία 25 ετών με τρία παιδιά χωρίς καμία πηγή εισοδήματος. Επιπλέον, βρέθηκε με το δυσβάσταχτο βάρος των χρεών που είχε αφήσει ο σύζυγός της καθώς και με την υποχρέωση να φροντίζει την μητέρα της και την ανιψιά της. Αμέσως μετά τον θάνατο του συζύγου της προσπάθησε να εισπράξει κάποια χρήματα που άνηκαν σε εκείνον όπως και ορισμένους μισθούς που του οφείλονταν, αλλά η νομοθεσία της εποχής, που ήταν εξαιρετικά άδικη για τις γυναίκες, δεν προέβλεπε την είσπραξη χρημάτων από μία χήρα παρά το γεγονός ότι τα δικαιούνταν. Αντί να πάρει τα δεδουλευμένα του συζύγου της, λοιπόν, έμπλεξε σε μία σειρά από χρονοβόρες, πολύπλοκες και ψυχοφθόρες νομικές διαδικασίες μετά από τις μηνύσεις που δέχτηκε από τον αρχιεπίσκοπο του Σενς και τον βασιλικό σύμβουλο Φρανσουά Σαντεπρίμ που αρνούνταν να τις δώσουν τα χρήματα που της ανήκαν.

Προκειμένου, λοιπόν, να επιβιώσει εκείνη και η οικογένειά της, όπως αναφέρει το σχετικό λήμμα της Wikipedia αναγκάστηκε να εργαστεί παρά το γεγονός ότι αυτό ήταν κάτι εξαιρετικά δύσκολο γα μία γυναίκα εκείνης της εποχής. Χρησιμοποίησε τις γνώσεις της, την μόρφωσή και τις εξαιρετικές λογοτεχνικές της ικανότητες για να βγάλει τα προς το ζην και έγινε μία από τους πρώτους επαγγελματίες συγγραφείς της Ευρώπης. Πλούσιοι ευγενείς άρχισαν να δείχνουν την προτίμησή τους σε αυτή την συγγραφέα που ήταν ταυτόχρονα εξωτική καθώς οι γυναίκες συγγραφείς ήταν κάτι εξαιρετικά σπάνιο, αλλά εξαιρετικά και ικανή και άρχισαν να της αναθέτουν ερωτικά ποιήματα και βιογραφίες. Οι ικανότητές της ήταν τέτοιες που πολύ σύντομα εξασφάλισε μία θέση στην αυλή της Ισαβέλας της Βαυαρίας, της βασίλισσας της Γαλλίας. Πολύ σύντομα απέκτησε πανευρωπαϊκή φήμη και συχνά την συνέκριναν με τον Βιργίλιο και τον Κικέρωνα λόγω των τεχνικών ικανοτήτων της αλλά και της ευφυίας που διαφαίνονταν μέσα από το έργο της.

Το πιο γνωστό της έργο είναι το Trésor de la cité des dames που δημοσιεύθηκε το 1405 και μεταφράστηκε στα αγγλικά ως η Πόλη των Κυριών (The City of Ladies) στο οποίο κατέγραφε τη ζωή και το έργο σημαντικών γυναικών της ιστορίας και της μυθολογίας. Σε αυτό το έργο εξετάζει επίσης τα αίτια για τις κοινωνικές διακρίσεις σε βάρος των γυναικών και περιλαμβάνει συμβουλές προς τις γυναίκες σχετικά με το πως θα μπορούσαν να αυξήσουν την μόρφωσή τους και να βελτιώσουν την κοινωνική τους θέση.

Σήμερα η Πόλη των Κυριών θεωρείται ένα από τα πιο βασικά φεμινιστικά κείμενα και αποτελεί πηγή για όσους πιστεύουν ότι οι γυναίκες θα πρέπει να έχουν ίσες εκπαιδευτικές δυνατότητες με τους άντρες. Την εποχή της όμως δέχτηκε τεράστια επίθεση από εκείνους που αισθάνονταν ότι απειλούνται από την ιδέα ότι οι γυναίκες είναι ίσες με τους άντρες.

Το 1415 ξέσπασε ο Εκατονταετής Πόλεμος από τον οποίο η Γαλλία βγήκε ηττημένη. Αυτή η εξέλιξη επηρέασε σημαντικά την Κριστίν ντε Πιζάν και αποφάσισε να αποσυρθεί σε ένα μοναστήρι. Εκεί έγραψε και το Λόγος Περί της Ζαν ντ΄ Άρκ το 1429. Τελικά απεβίωσε στο μοναστήρι κάποια στιγμή μεταξύ του 1430 και του 1431.

Πορτραίτα

«Ποτέ δε φοράω μάσκαρα, συχνά γελάω μέχρι δακρύων»: Οι κανόνες της γηραιότερης γυναίκας στην ιστορία
Αν κρίνουμε από τις απολαυστικές ατάκες της Ζαν Καλμάν, που έζησε 122 χρόνια και 164 μέρες, τα ελιξίρια μακροζωίας της ήταν το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός.

Αναΐς Παρίση 

Ηγηραιότερη καταγεγραμμένη γυναίκα στην ιστορία έζησε 122 χρόνια και 164 μέρες. Η Ζαν Καλμάν γεννήθηκε στη Γαλλία, στην πόλη Αρλ, στις 21 Φεβρουαρίου 1875. Όταν κατασκευάστηκε ο Πύργος του Άιφελ, ήταν 14 ετών. Την ίδια περίοδο γνώρισε και τον Βίνσεντ βαν Γκογκ. Η εντύπωση που της έδωσε ο θρυλικός ζωγράφος, σύμφωνα με συνέντευξη που έδωσε η υπεραιωνόβια Γαλλίδα το 1988, ήταν η εξής: «Ήταν βρόμικος, κακοντυμένος και δυσάρεστος».

Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της παρέμεινε ενεργή. Στα 85 χρόνια της άρχισε να ασχολείται με την ξιφασκία. Έκανε ποδήλατο μέχρι τα 100 της. Στα 114 πρωταγωνίστησε σε μια ταινία για τη ζωή της. Στα 115 υποβλήθηκε σε μια επέμβαση στο ισχίο. Στα 117 της σταμάτησε το κάπνισμα, που είχε αρχίσει το 1896, σε ηλικία 21 ετών. Όχι για λόγους υγείας, αλλά επειδή, καθώς είχε σχεδόν χάσει την όρασή της, δεν ήθελε να ζητάει διαρκώς από άλλους να της ανάψουν το τσιγάρο.

Στα 117 της σταμάτησε το κάπνισμα, που είχε αρχίσει το 1896, σε ηλικία 21 ετών. Όχι για λόγους υγείας, αλλά επειδή, καθώς είχε σχεδόν χάσει την όρασή της, δεν ήθελε να ζητάει διαρκώς από άλλους να της ανάψουν το τσιγάρο.

Το 1965, όταν ήταν 90 ετών, καθώς δεν είχε απογόνους (η μοναχοκόρη της, Ιβόν, είχε πεθάνει από το 1934 και το εγγόνι της σε δυστύχημα το 1963), πούλησε το διαμέρισμά της σε έναν 47χρονο δικηγόρο ο οποίος, βάσει της συμφωνίας τους, θα της κατέβαλλε 2.500 φράγκα τον μήνα. Η ειρωνεία είναι ότι ο δικηγόρος πέθανε πριν προλάβει να την ξεχρεώσει και το χρέος πέρασε στη χήρα του, που συνέχισε να πληρώνει τις δόσεις στην Μαντάμ Καλμάν.

Η ακούραστη Γαλλίδα δεν έχασε ποτέ την οξυδέρκειά της. Όταν τη ρώτησαν, στα 120α γενέθλιά της, πώς φανταζόταν το μέλλον της, απάντησε, λακωνικά: «Πολύ σύντομο».

Η ακούραστη Γαλλίδα δεν έχασε ποτέ την οξυδέρκειά της. Όταν τη ρώτησαν, στα 120α γενέθλιά της, πώς φανταζόταν το μέλλον της, απάντησε, λακωνικά: «Πολύ σύντομο».

Μερικοί από τους «κανόνες ζωής» της μάς δίνουν μια γεύση από το απολαυστικό πνεύμα της:

«Είμαι ερωτευμένη με το κρασί».

«Όλα τα μωρά είναι όμορφα».

«Νομίζω ότι θα πεθάνω από το γέλιο».

«Ο καλός Θεούλης μου με ξέχασε».

«Έχω μόνο μία ρυτίδα, και κάθομαι πάνω σε αυτήν».

«Ποτέ δεν φοράω μάσκαρα γιατί συχνά γελάω μέχρι δακρύων».

«Αν κάτι δεν μπορείς να το αλλάξεις, μην ανησυχείς γι’ αυτό».

«Αν κάτι δεν μπορείς να το αλλάξεις, μην ανησυχείς γι’ αυτό».

«Ποτέ μη χάνεις το χαμόγελό σου. Έτσι εξηγείται η μακροβιότητά μου».

«Δεν βλέπω καλά, δεν ακούω καλά, δεν νιώθω καλά, αλλά όλα είναι μια χαρά».

«Έχω τεράστια επιθυμία να ζήσω και μεγάλη όρεξη, ειδικά για γλυκά».

«Τα πόδια μου είναι σιδερένια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, έχουν αρχίσει να σκουριάζουν και να τρίζουν κάπως».

«Τα πόδια μου είναι σιδερένια, αλλά για να είμαι ειλικρινής, έχουν αρχίσει να σκουριάζουν και να τρίζουν κάπως».

«Έπαιρνα ευχαρίστηση όποτε μπορούσα. Ενεργούσα με μυαλό ξεκάθαρο και ηθικά και χωρίς να μετανιώνω. Είμαι πολύ τυχερή».

«Η νιότη είναι μια κατάσταση του μυαλού, δεν εξαρτάται από το σώμα σου. Στην πραγματικότητα είμαι ακόμα νέα, μόνο που τα τελευταία 70 χρόνια δεν δείχνω στις ομορφιές μου».

Όταν, τέλος, κάποτε σε μια συνέντευξη ένας δημοσιογράφος της είπε: «Μαντάμ, ελπίζω να τα ξαναπούμε την επόμενη χρονιά», εκείνη του απάντησε: «Γιατί όχι; Δεν είσαι τόσο ηλικιωμένος, ακόμα εδώ θα είσαι!».

Φωτογραφία: L. Lichtenfells.https://www.womantoc.gr/

Πορτραίτα


Σαν σήμερα στις 26 Ιουλίου του 1952, έφυγε από τη ζωή η Αργεντινή ηθοποιός Εβίτα Περόν, δεύτερη σύζυγος του προέδρου της Αργεντινής, Χουάν Περόν, με καθοριστική συμβολή στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής, αντικείμενο λατρείας από τους φτωχούς και απόκληρους της χώρας («ντεσκαμισάδος») και ποπ είδωλο στη Δύση.

Γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1919 ως Μαρία Εύα Ντουάρτε στο Λος Τόλδος της Αργεντινής. Ήταν ένα από τα εξώγαμα τέκνα του γαιοκτήμονα Χουάν Ντουάρτε και της Χουάνα Ιμπαργκούρεν. Και οι δύο γονείς της είχαν καταγωγή από τη Χώρα των Βάσκων.

Σε ηλικία 15 ετών, η νεαρή Εβίτα μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες, όπου προσπάθησε να κάνει καριέρα στον κόσμο του θεάματος, ως ηθοποιός του θεάτρου και του ραδιοφώνου. Το 1944 η τύχη τής χαμογέλασε, όταν γνωρίστηκε σε μία φιλανθρωπική εκδήλωση με τον χήρο συνταγματάρχη Χουάν Περόν, ηγετικό στέλεχος της στρατιωτικής χούντας, που κυβερνούσε την Αργεντινή από το 1943.

Η γνωριμία τους εξελίχθηκε σε ειδύλλιο κι ένα χρόνο αργότερα το ζευγάρι πέρασε το κατώφλι της εκκλησίας. Τον Φεβρουάριο του 1946 ο πενηντάχρονος Περόν εκλέχθηκε Πρόεδρος της Αργεντινής και η 27χρονη Εβίτα έγινε η πρώτη κυρία της χώρας.

Στη δική της συμβολή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η νομοθετική κατοχύρωση τους δικαιώματος ψήφου των γυναικών.

Η «αγιοποίηση» της Εβίτας Περόν

Από την πρώτη στιγμή δεν περιορίστηκε στον επίζηλο τίτλο της πρώτης κυρίας, αλλά αναμίχθηκε ενεργά στην άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής. Μολονότι δεν κατέλαβε ποτέ κυβερνητική θέση, ενεργούσε ως ντε φάκτο Υπουργός Υγείας και Εργασίας. Παρείχε γενναιόδωρες αυξήσεις ημερομισθίων στα εργατικά συνδικάτα, τα οποία ανταπέδιδαν με την πολιτική τους στήριξη στον Χουάν Περόν, ενώ δημιούργησε ένα ίδρυμα, το οποίο στηριζόμενο σε συνεισφορές των συνδικάτων και των επιχειρήσεων, καθώς και σε μέρος των εσόδων των λαχείων, χρηματοδότησε την ανέγερση νοσοκομείων, σχολείων, ορφανοτροφείων, οίκων ευγηρίας και άλλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.

Στη δική της συμβολή οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος η νομοθετική κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών. Το 1949 ίδρυσε το Περονιστικό Φεμινιστικό Κόμμα, που ήταν ο γυναικείος βραχίονας του κόμματος του συζύγου της. Το 1951, μολονότι γνώριζε ότι πάσχει από καρκίνο, επιδίωξε και κατόρθωσε να πάρει το χρίσμα για την αντιπροεδρία της χώρας της Αργεντινής, αλλά ο στρατός την εξανάγκασε να παραιτηθεί από την υποψηφιότητά της.

Η Εβίτα Περόν πέθανε στις 26 Ιουλίου του 1952, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Με τρεμάμενη φωνή, ο εκφωνητής του κρατικού ραδιοφώνου της Αργεντινής ανήγγειλε στους συμπατριώτες του το θλιβερό γεγονός: «Η κυρία Εύα Περόν, η πνευματική αρχηγός της χώρας, πέρασε στην αιωνιότητα».

Αγία ή χυδαία λαϊκίστρια;

Οι μισοί την έχουν σχεδόν αγιοποιήσει ως προστάτιδα των «ντεσκαμισάδος», των φτωχών και των κατατρεγμένων, ενώ οι υπόλοιποι τη θεωρούν μία αδίστακτη, διεφθαρμένη και χυδαία λαϊκίστρια, που έριξε έξω τα ταμεία της χώραςΑπό την πρώτη στιγμή της παρουσίας της στη δημόσια ζωή της Αργεντινής, η Εβίτα Περόν δίχασε τους συμπατριώτες της και τους διχάζει ακόμη και σήμερα.

Οι μισοί την έχουν σχεδόν αγιοποιήσει ως προστάτιδα των «ντεσκαμισάδος», των φτωχών και των κατατρεγμένων, ενώ οι υπόλοιποι τη θεωρούν μία αδίστακτη, διεφθαρμένη και χυδαία λαϊκίστρια, που έριξε έξω τα ταμεία της χώρας.

Χαρακτηριστική είναι η διαδρομή του λειψάνου της, που αντικατοπτρίζει τη σχέση αγάπης και μίσους των συμπατριωτών της προς το πρόσωπό της. Το 1955, οι εχθροί της έκλεψαν τη σορό της Εβίτας, μετά την ανατροπή του Περόν και τη φυγάδευσαν στην Ιταλία, όπου έμεινε κρυμμένη για 16 χρόνια. Το 1971 η στρατιωτική κυβέρνηση, υποχωρώντας στις αξιώσεις των Περονιστών, παρέδωσε το λείψανό της, στον για δεύτερη φορά χήρο Χουάν Περόν, ο οποίος ζούσε εξόριστος στη Μαδρίτη.

Όταν ο Περόν επανήλθε στην εξουσία, η τρίτη σύζυγός του Ιζαμπέλ, αποβλέποντας στο να κερδίσει την εύνοια των λαϊκών μαζών, μετέφερε τη σορό της στην Αργεντινή και την έθαψε σε μία κρύπτη του Προεδρικού Μεγάρου, δίπλα στη σορό του Χουάν Περόν. Δύο χρόνια αργότερα, μία νέα χούντα, εχθρική προς τον Περονισμό, απομάκρυνε τα δύο λείψανα. Τελικά, τα οστά της Εβίτας τάφηκαν στον οικογενειακό τάφο των Ντουάρτε, στο κοιμητήριο της Ρεκολέτα στο Μπουένος Άιρες.

Η ιθύνουσα τάξη της Αργεντινής, ποτέ δεν αποδέχτηκε στους κόλπους της το νόθο κορίτσι ενός μικρομεσαίου τσιφλικά. Η Ευρώπη, όμως, θαμπώθηκε με την ομορφιά, τα λαμπερά χρυσαφικά και τις πανάκριβες γούνες της. Από την επομένη του θανάτου της, η Εβίτα πέρασε στη σφαίρα του μύθου. Φρόντισε γι' αυτό και η αγγλοσαξωνική πολιτιστιστική βιομηχανία, που την έκανε ποπ είδωλο, μέσα από το μιούζικαλ του Άντριου Λόϊντ Γουέμπερ «Εβίτα» (1978) και την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Άλαν Πάρκερ το 1996, με πρωταγωνίστρια τη Μαντόνα. Το πασίγνωστο τραγούδι από το μιούζικαλ του Γουέμπερ «Don’t Cry for Me Argentina», που έγινε παγκόσμια επιτυχία, βασίστηκε στο επίγραμμα που υπάρχει στον τάφο της: «Μην κλαις για μένα Αργεντινή. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν θα σε εγκαταλείψω».

https://www.zougla.gr/

© 2017 Forwoman.gr
facebook_page_plugin
Τα cookies βοηθάνε στην καλύτερη εμπειρία σας στην περιήγηση της ιστοσελίδας μας, συνεχίζοντας συμφωνείτε με τη χρήση τους.